Το σημερινό ταξίδι στο παρελθόν δεν έχει να κάνει καθαυτό με θαλασσινή ιστορία αλλά είναι κι αυτή μια πραγματικότητα που περικλείεται στη ναυτική ζωή μου.
Βρισκόμαστε στη Χίο στα τέλη του 1993, είχα ξεμπαρκάρει στις 11 Νοέμβρη 1993 από το δεξαμενόπλοιο «ΜΑΡΙΝΑ» της εταιρείας Σ.ΛΙΒΑΝΟΣ ΕΛΛΑΣ, όπως καταλαβαίνεται το κάθε ξέμπαρκο του ναυτικού είναι και ιδιαίτερο γιατί γυρίζει μετά από ορισμένο χρόνο στο σπίτι του και επόμενο θα είναι ότι θα υπάρχουν αλλαγές τόσο στον οικογενειακό περίγυρο όσο και στον τόπο του, τα παιδιά μεγαλώνουν, κάποιοι από τους συγγενείς γνωστούς και φίλους θα έχουν φύγει για το τελευταίο ταξίδι και η ζωή συνεχίζεται.
Χρόνια πολλά
στον καπετάν Στέλιο
για την ονομαστική του εορτή
(Η φωτογραφία από τον “τοίχο” της κόρης του
για την ονομαστική του εορτή πριν 2 χρόνια)
Όπως πολύ καλά γνωρίζουν όλοι οι ναυτικοί, οι πρώτες μέρες του κάθε ξέμπαρκου είναι πολύ ξεχωριστές, προσωπικά εγώ τις πρώτες δέκα με είκοσι ημέρες που βρισκόμουν κάθε φορά στην επιστροφή στο σπίτι μου, φερόμουν με τέτοιο τρόπο πιστεύοντας ότι θα κερδίσω όσα έχασα με την οικογένεια μου το διάστημα που έλειπα με καθημερινές εξόδους πρωί – μεσημέρι – βράδυ, καθώς με εκδρομές και φυσικά χωρίς να λέω ποτέ όχι στις απαιτήσεις – προτιμήσεις των παιδιών μου.
Βλέπετε στην πραγματικότητα, και ας ακούγεται βαρύ και σκληρό, οι ναυτικοί είμαστε «επισκέπτες» στα σπίτια μας, ερχόμαστε να ξεκουραστούμε και να επιστρέψουμε στο “πραγματικό” σπίτι μας που είναι το κάθε πλοίο γιατί εκεί περνάμε το περισσότερο διάστημα του χρόνου.
Και φυσικά όλα τα βάρη της οικογένειας «πέφτουν» στην σύζυγο του κάθε ναυτικού, εκείνη είναι που ασχολείται με την μάθηση και εκπαίδευση των παιδιών, με τα οικονομικά και γενικά με όλες τις υποχρεώσεις που έχει κάθε οικογένεια. Είναι ο στυλοβάτης της οικογένειας!
Μπορεί εμείς να εργαζόμαστε στα πλοία και να στέλνουμε το μηνιάτικο στο σπίτι, εκείνη όμως έχει επωμισθεί όλα τα άλλα βάρη της οικογένειας, είναι πραγματικά μια ηρωΐδα.
Όταν ταξιδεύουμε είναι ο συνδετικός κρίκος πατέρα και παιδιών γιατί καθημερινά μιλάει στα παιδιά για τον πατέρα και τον λόγο που ταξιδεύει και βρίσκεται μακριά τους, και έτσι δεν «χάνεται» ο πατέρας από την σκέψη των παιδιών.
Τα Χριστούγεννα του 1993, ήταν από τα λιγοστά που θα έκανα με την οικογένεια μου στην μακρόχρονη θητεία μου στην θάλασσα, με την σύζυγο και τις δύο κορούλες μας ετοιμαζόμασταν για τις άγιες αυτές ημέρες καθώς και για τον ερχομό του νέου έτους.
Η μεγαλύτερη ήταν 5 και η μικρή 2 χρονών, σε μια ηλικία που η μεγαλύτερη ήταν σε θέση να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω της, και η μικρούλα άρχιζε να λέει τις πρώτες κουβεντούλες της. Ειδικά η «μεγάλη» περίμενε με ανυπομονησία τον Άγιο Βασίλη για να φέρει τα δώρα που του ζήτησαν για την πρωτοχρονιά.
Περάσαμε τα Χριστούγεννα με τα παιδιά μας και τους γονείς μας, και την Πρωτοχρονιά τα κορίτσια μου ήταν όλο χαρά καθώς ο Άγιος Βασίλης είχε φέρει κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο τα δώρα που είχε ζητήσει το μεγαλύτερο κορίτσι μου και για τις δύο αδελφούλες.
Στα μέσα του Φλεβάρη 1994 με ειδοποίησαν από την εταιρεία ότι με έχουν προγραμματίσει για να φύγω το πρώτο δεκαήμερο του Μάρτη. Θα πήγαινα σε ένα δεξαμενόπλοιο το οποίο έκανε ταξίδια στην Καραϊβική και τους απάντησα θετικά.
Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι την αναχώρηση μου από το σπίτι πάντα προετοιμαζόμουν ψυχολογικά, γιατί όσα χρόνια και να ταξιδεύεις κάθε φορά που φεύγεις από το σπίτι σου για το πλοίο είναι πάντα σαν να είναι η πρώτη φορά, αυτός ο αποχαιρετισμός δεν πληρώνεται με τίποτα.
Το υπόλοιπο διάστημα της παραμονής μου στη Χίο προσπαθούσα να κερδίζω όσο γινόταν περισσότερο χρόνο με την οικογένεια μου. Αλλά ο χρόνος περνάει πολύ γρήγορα και έτσι έφθασε η ώρα του αποχαιρετισμού.
Αποχαιρέτησα λοιπόν τους γονείς μου, μετά ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσω και τις κορούλες μου.
Τις πήρα σφικτά στην αγκαλιά μου για μερικά λεπτά και αφού τις φίλησα πήρα τη βαλίτσα για να με κατεβάσει στο λιμάνι η σύζυγός μου με το αυτοκίνητο.
Οταν λοιπόν σήκωσα την βαλίτσα και άνοιξα την πόρτα να φύγουμε νοιώθω ένα χεράκι να με τραβάει από το σακάκι μου και να μου λέει με κλάματα «που πας μπαμπά, γιατί μας αφήνεις, εμείς σ ’αγαπάμε, εσύ δεν μας αγαπάς;».
Ηταν η μεγάλη κόρη, βλέποντας όμως την σκηνή και η μικρή κόρη με πιάνει από το χέρι και επειδή δεν μπορούσε να τα πει με λόγια τα έλεγε με το βλέμμα της που ήταν όλο παράπονο και πόνο και άρχισε κι εκείνη να κλαίει.
Με την επέμβαση των γονέων μου και της συζύγου μου κατορθώσαμε και τις ηρεμήσαμε και έτσι έφυγα για το λιμάνι. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την ψυχολογία μου και το πώς πέρασα την νύχτα μέσα στο πλοίο και μέχρι να φθάσουμε στον Πειραιά αν δεν έχει βρεθεί στη θέση μου. Μόνο οι ναυτικοί περνάμε συνέχεια τέτοιες μπόρες τόσο στην στεριά όσο και στην θάλασσα.
Τελικά για να είσαι ναυτικός πρέπει να έχεις… γερό «σύστημα» αλλιώς δεν τα βγάζεις πέρα.
Πήγα στο γραφείο και αφού πέρασα τα διαδικαστικά πριν την ναυτολόγηση και μη έχοντας να κάνω κάτι άλλο, πήγα στο αεροδρόμιο περιμένοντας να ανοίξει το γκισέ της αεροπορικής εταιρείας για να παραδώσω την βαλίτσα και να τσεκάρω τα εισιτήρια μου μιας και θα πήγαινα στο Κίτο του Εκουαδόρ μέσω Φρανκφούρτης Γερμανίας, θα πετούσα με την Ολυμπιακή μέχρι την Φρανκφούρτη και από εκεί με την Λουφτχάνσα για το Κίτο.
Είχα πάρει καφέ και καθόμουνα στο καπνιστήριο του αεροδρομίου και το μυαλό μου δεν έφευγε από την σκηνή με τις κορούλες μου. Είχα ήδη μιλήσει μαζί τους αρκετές φορές από το πρωί και θα ξαναμιλούσαμε πριν την επιβίβασή μου στο αεροπλάνο.
Και ενώ έπινα τον καφέ μου ακούω την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του αεροδρομίου που έλεγε:
«αναχώρηση πτήσης 761 για Χίο παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες όπως προσέλθουν στην έξοδο Β23 για την επιβίβασή τους».
Χωρίς δεύτερη σκέψη παίρνω τηλέφωνο την εταιρεία και αναφέρω ότι λόγω σοβαρού οικογενειακού προβλήματος δεν θα μπορέσω να πετάξω για Εκουαδόρ και ότι επιστρέφω στην Χίο και να κανονίσουν για την ακύρωση των εισιτηρίων.
Ο διευθυντής πληρωμάτων αιφνιδιάστηκε με τα λεγόμενα μου και προσπαθούσε να με μεταπείσει, αλλά βλέποντας ότι είμαι ανένδοτος συμφώνησε με τα λεγόμενά μου.
Πηγαίνω στον γκισέ που ήταν για την πτήση της Χίου, αλλά λόγω του ότι δεν υπήρχε χρόνος να επιβιβασθώ στην πτήση που έφευγε μετά από λίγα λεπτά για Χίο, παρέδωσα την βαλίτσα μου και μου έδωσαν την κάρτα επιβίβασης για την επόμενη πτήση για Χίο, και έτσι το βράδυ ήμουνα πάλι στο σπίτι μου και καταλαβαίνετε την χαρά των κοριτσιών μου.
Αυτή η χαρά δεν κράτησε βέβαια για πολύ καιρό γιατί έπρεπε να φύγω και έτσι τον επόμενο μήνα έφυγα για το πλοίο, αλλά αυτή την φορά είχα κατεβάσει από νωρίς την βαλίτσα μου στο αυτοκίνητο έτσι ώστε να αποφύγω το βράδυ όσα πέρασα εγώ και τα παιδιά μου την προηγούμενη φορά.
Αυτό ήταν άλλο ένα γεγονός που έμεινε καλά χαραγμένο στην μνήμη μου και δεν ξεπληρώνεται με όλα τα πλούτη του κόσμου….«που πας μπαμπά, γιατί μας αφήνεις, εμείς σ’ αγαπάμε, εσύ δεν μας αγαπάς;»
Υ.Γ Αφιερωμένα σε όλους τους Απόμαχους και Μάχιμους της αρμύρας και τις οικογένειες τους, που σίγουρα θα έχουν βρεθεί και αυτοί σε παρόμοιες καταστάσεις!!!
Με εκτίμηση
Στέλιος Κουμπιάς
Συνταξιούχος Πλοίαρχος Ε.Ν.
Πρόεδρος ΠΕΣ ΝΑΤ Χίου








