Απόψε…
42 νύχτες μετά την 12η Αυγούστου 2025 που σκοτείνιασε η ημέρα…
Απόψε που ο καιρός έχει ψυχράνει.
Χρειάζεται μια κουβερτούλα το βράδυ.
Απόψε πριν κλείσουμε τα φώτα για να κοιμηθούμε…
Ας μπούμε για λίγο, όσο αντέχουμε, στην θέση των πυρόπληκτων της Αμανής, της Βολισσού.
Ας κάνουμε μια ” άσκηση ετοιμότητας”.
Μυρίζει καπνός, φωτιά…
Βγαίνουμε αλλόφρονες με τα ρούχα που φοράμε, τους αγαπημένους μας, τα ζωάκια μας και την τσάντα μας…
Μόνο! Αν προλάβουμε…
Τρέχουμε να σωθούμε…
Μια στερνή, αποχαιρετιστήρια ματιά, σε ό,τι ήταν το “κάστρο”, το βιος μας.
Κόποι χρονών, αναμνηστικά μιας ζωής. Χρωματιστές ψηφίδες ονείρου. Στέρεες. Πριν λιώσουν…
Μετά από ώρες επιστροφή στο κενό!
Λιωμένα όλα. Σαν να μπήκαν σε καμίνι.
Ούτε μαχαιροπήρουνα.
Ένα τσουβάλι κάρβουνα έπιπλα, ρούχα, ηλεκτρικές συσκευές, όλα επίπεδα όπως το μαύρο έδαφος… Εξαϋλώθηκαν!
Μετά την φωτιά… Προσφυγιά!
Χωρίς ούτε μια αλλαξιά ρούχα.
Χωρίς τα πρώτα ρουχάκια του παιδιού, το βαφτιστικό σταυρό του, τα κεντήματα της Μάννας.
Τις παιδικές ζωγραφιές από το δημοτικό, τις ευχετήριες κάρτες στις γιορτές. Τις οικογενειακές φωτογραφίες στο έπιπλο του καθιστικού. Που είναι όλα;…
Γυμνοί! ” Φτωχοί” γιατί σε αυτά τα μικρά συρτάρια της μνήμης ήταν ο “πλούτος” τους.
Μη ρωτήστε πως τους έλεγαν.
Τι δουλειά έκαναν. Τώρα είναι “πυροπαθείς” .
Άστεγοι και ” γυμνοί”, ούτε ένα ” μπογαλάκι” δεν πρόκαμαν να πάρουν, την εικόνα από το εικονοστάσι, όπως οι πρόγονοι μας, κυνηγημένοι από την φωτιά και το μαχαίρι στην Σμύρνη.
Ούτε ένα μπογαλάκι…
40 μέρες και…
” Πρόσφυγες” δίπλα στα καμένα τους σπίτια, τις αυλές, τις αποθήκες, εκεί που ήταν η ζήση τους…
Τι μαρτύριο!!!
Οι γείτονες, οι γνωστοί, οι φίλοι, συντοπίτες, άγνωστοι, ανοικτή αγκαλιά…
Τους έδωκαν σπίτι για να μείνουν, τα πρώτα ρούχα, ένα χέρι για να βγουν από το πηγάδι του πένθους, να αποτινάξουν τη στάχτη από τα μαλλιά και το πρόσωπο.
Για την Πολιτεία όμως…
Είναι αόρατοι!!! Δεν υπάρχουν στα κιτάπια του κράτους…
Δεν έχουν ακόμη κηρυχθεί με Νόμο πυρόπληκτοι!!!
Σαράντα και μέρες…
Κουστωδίες έρχονται με τα σκαρπίνια τους, και τα ατσαλάκωτα, ανοιχτόχρωμα πουκαμισάκια τους, ίσαμε με την πλατεία…
Που να πλησιάσουν τα καμένα;…
Όπου να πατήσεις, όπου να αγγίξεις…
Λερώνεσαι!
Στην πλατεία…
Εκεί στην πλατεία. Με ποτήρια κρύο νερό μπροστά τους όταν το χωριό δεν είχε ούτε σταγόνα, την ώρα που το έζωνε η φωτιά… Μακρυά από τα καμένα…
Τους έδωσαν γυαλιστερές υποσχέσεις… Με προβαρισμένα λόγια και ύφος ταιριαστό για την περίσταση.
Τους είπαν ότι “θα, θα, θα”…
Μπροστά στις κάμερες και έφυγαν βιαστικά.
Η επιμονή μυρωδιά του καμένου τους έπνιγε.
Ατσαλάκωτοι, απαθείς και με αλέκιαστα σκαρπίνια και επώνυμα πουκάμισα έφυγαν όπως ήρθαν.
Απόψε…
Αναρωτιέμαι…
Κοιμούνται καλά στο κρεβάτι, ανάμεσα στα γνώριμα, αγαπημένα τους πράγματα;
Τους περνάει έστω και ένα δευτερόλεπτο η σκέψη των πυρόπληκτων, πριν με ” ήσυχη” την συνείδηση, κοιμηθούν;
Μήπως, όλες αυτές τις μέρες μπήκαν έστω σε ένα καμένο σπίτι;
Να νιώσουν την νεκρική σιγή του καμένου σπιτικού; Άκουσαν την κραυγή της Βολισσού, των βολισσιανών;
Τους ρώτησαν αν έχουν ρούχα να αλλάξουν;
Που κοιμούνται;
Λεφτά για να βάλουν βενζίνη;
Να αγοράσουν κάτι για να φάνε; Τα φάρμακα τους; Νερό, ένα χυμό;
Τους ρώτησαν αν έχουν σεντόνια για να σκεπαστούν, τσουκάλι να μαγειρέψουν, εργαλεία να δουλέψουν;
Τους ρώτησαν έστω πως είναι να σε κάνει η πατρίδα σου πρόσφυγα και να σε ξέχνα μετά;…
Αυτοί που πέρασαν όπως και πριν τις εκλογές, έκατσαν στο καφενείο, έταξαν και έφυγαν…
Έκαναν καλοζυγισμένες δηλώσεις σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ” χάσαμε…” με εύηχες λέξεις περιέγραψαν αυτά που θα” κάνουν”…
Ενιψαν τα χέρια τους μπροστά στους σταυρωμένους και γύρισαν κατάκοποι στο σπίτι τους.
Όλα, τα πράγματα τους, όπως τα άφησαν…
Η ώρα περασμένη. Καιρός να ξεκουραστούν.
Έχουν πολλά να σκεφτούν για τα ” μεγάλα έργα” του τόπου…
Η Αμανή, η Βολισσός είναι μακρυά.
Οι προϊστάμενοι, οι σύμβουλοι θα αναλάβουν τα “μικρά”… Όπως…
Που κοιμούνται τόσο καιρό οι πυρόπληκτοι; Αν κοιμούνται καν από τον εφιάλτη της φωτιάς; Ποιός τους φιλοξενεί;
Με τι λεφτά αγοράζουν ψωμί, γάλα, φαγητό, λάδι , φάρμακα, βενζίνη;
Έχουν σεντόνια, πετσέτες, κουβέρτες τώρα που κάνει ψύχρα; Που πλένουν τα ρούχα τους, που μαγειρεύουν;
Έχουν μαχαιροπήρουνα;
Έχουν να πληρώσουν τους λογαριασμούς, τους φόρους, το νερό, το τηλέφωνο, το ίντερνετ;
Έχουν να πάνε στο γιατρό; Να πάρουνε τα είδη υγιεινής, πρώτης ανάγκης;
Έχουν να πάρουν ” νερά και σάντουιτς, ξηρά τροφή, φάρμακα” όπως ζητούσε ο Δήμος Χίου, από το χιώτικο Λαό, το βράδυ της πρώτης φωτιάς στις 22 Ιουνίου;…
Αναρωτήθηκαν πως βγάζουν την ημέρα, 42 μέρες καθημερινοί άνθρωποι που πριν αφεθούν να καεί ο τόπος και το βιος τους, ήτανε εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, μικρό επαγγελματίες, γονείς, ηλικιωμένοι, ασθενείς…
Έβγαζαν, δεν έβγαζαν το μήνα…
Σε σαράντα μέρες έχασαν το βίος τους και απέκτησαν αστείρευτη ρευστότητα;…
Για να αγοράσουν ρούχα, φαγητό, σεντόνια, κουβέρτες, εργαλεία, βενζίνη, για να επισκευάσουν τα καμένα και να καλύψουν όλα τα χρέη από την φωτιά…
Σε σαράντα μέρες…
Απόψε…
Κλείνουμε τα μάτια και βρισκόμαστε εκεί οι στέγες έγιναν ένα με το πάτωμα… Έμειναν μόνο τοίχοι, όχι όλοι…
Εκεί που οι κάτοικοι της Βολισσού, της Αμανής έγιναν πρόσφυγες στο τόπο τους!
“Γυμνοί”, άνεργοι, ανέστιοι…
Αξιοπρεπείς ήταν και παραμένουν!!!
Άγρυπνοι από το πένθος, τη θλίψη, το θυμό γιατί στα “σαράντα” της φωτιάς τους ξέχασαν κιόλας…
Εμείς δεν μπορούμε!
Δεν είναι “βολετό να σωπάσουμε”…
Έχει μια ψύχρα απόψε…
Έρχεται από εκεί που το Σεπτέμβριο μύριζε νωτισμένο πεύκο….
Ακαφτο!
Εκεί που οι άντρες και οι γυναίκες βάδιζαν ορθοί…
Γερασμένοι αλλά και αγέραστοι.
Δεν προχωρούσαν βουβοί, με σκαμμένα πρόσωπα από τη θλίψη, με βουρκωμένα μάτια!
Απόψε…
Δεν μετρούμε μόνο καμένα σπίτια, δέντρα , ζώα, στρέμματα, καμένες ζωές χωρίς κηδείες…
Το μπόι του Ανθρώπου μετρούμε…
Διαμάντια αλληλεγγύης μαζεύουμε μέσα στα αποκαΐδια.
Η απ-ανθρωπιά; Αμέτρητη!
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:
Ευγενία Μαρία Κώττη, 24/9/2025








