Μέσα από τους «λοξούς» ήρωες που επιλέγει κάθε φορά, λογοτεχνική αδεία, και με τη βαθιά γνώση της πρόσφατης ιστορίας του νησιού που λειτουργεί ως σταθερό θεμέλιο, το έργο του συγκαταλέγεται πια ανάμεσα στις πιο ζωντανές και πολύτιμες πολιτιστικές καταθέσεις της Χίου.
Η χθεσινή βραδιά στο «Περιβόλι» του Κάμπου, μια λογοτεχνική βεγγέρα με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο «Στη σκιά του όρους Όχη», υπήρξε μία ακόμα ευκαιρία να αναδειχθεί μια πτυχή της χιώτικης κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70. Μέσα από τις αριστοτεχνικά πλεγμένες αφηγήσεις των τεσσάρων —ή, διασταλτικά, πέντε— κεντρικών προσώπων, φωτίζεται η σύντομη και ιδιότυπη ιστορία της Βάσως/του Βάσου: ενός χαρακτήρα που ανασύρθηκε από τις ξεχασμένες στήλες των εφημερίδων της εποχής, εμπνευσμένος από τη δημοσιότητα που προκάλεσε το χρυσό μετάλλιο της Αλγερινής πυγμάχου Ιμάν Καλίφ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024.
Κι είναι ενδεικτικό της συγγραφικής του εξέλιξης το γεγονός ότι σε αυτό το έργο αξιοποιεί τη σύνθετη αφηγηματική τεχνική που αποκαλείται «φαινόμενο Ρασομόν» — από την ομώνυμη ταινία του Ακίρα Κουροσάβα. Η τεχνική αυτή, με τις χρονικές παλινδρομήσεις και την πολυφωνική υποκειμενικότητα στην αφήγηση, επιτρέπει την παρουσίαση διαφορετικών εκδοχών της ίδιας ιστορίας.
Έτσι, δεν ανασυντίθεται μόνο το πρόσωπο της ηρωίδας, αλλά και οι κοινωνικές στάσεις απέναντί της, οι ψευδαισθήσεις, οι σιωπές και οι κρίσεις του μικρόκοσμου που την περιέβαλε.

Το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο ώριμα και τολμηρά έργα του: μια συναρπαστική ελεγεία μέσα στο χάος των ανθρώπινων συναισθημάτων που γεννά ο τόπος — κι ένας ακόμα κρίκος στη μακρά αλυσίδα της λογοτεχνίας που δεν φοβάται να μιλήσει για το περιθώριο, για τις σκιές της ταυτότητας, για τη ρευστότητα της ύπαρξης και τις άγραφες ιστορίες που κατοικούν ανάμεσά μας.








