Κάπου σε μια χώρα που δεν γνώριζε.
Μήνες και μήνες, χιλιάδες αδέλφια του, συσκευάζονταν, μπαίνανε σε ένα χαρτονένιο κουτί, φορτώνονταν σε ένα φορτηγό με προορισμό ένα κατάστημα και ύστερα ένα σπιτικό που θα τα υιοθετούσε για όσο ζούσαν. Μέχρι να παλιώσουν…
Μυρωδιές από γλυκά, φαγητά, θα το χόρταιναν, κάλαντα θα το έκαναν να χαμογελάει…
Ένιωθε όμως σαν ένα μπουκάλι γάλα με ημερομηνία λήξης… Η μοίρα του ήταν, όταν τελειώνει το Δωδεκαήμερο, θα στριμώχνονταν πάλι στο χαρτονένιο κουτί και ακόμη χειρότερα, θα κατέληγε φυλακισμένο σε μια σκοτεινή, αποπνικτική από την σκόνη και την υγρασία, αποθήκη.
Δεν την ήθελε τέτοια ζωή!!! Φαίνεται, όμως, πώς και οι προσευχές των απελπισμένων χριστουγεννιάτικων δέντρων ακούγονται!!!
Ήθελε τόσα χριστουγεννιάτικα δεντρα, όσα και τα πλοία του στόλου της εταιρείας. Κρατούσε την ανάσα του μέχρι να έρθει η σειρά του, ενώ μετρούσαν δέντρα!!!
Τα άλλα όντως έμοιαζαν με παραμύθι… φορτηγό, αεροπλάνο, φορτηγό, πλοίο… Δεν είχε ξαναμπεί σε πλοίο… Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα!!! Το παρέλαβαν με χαρά τα μέλη του πληρώματος. Από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα… σιγά δεν το πείραζε. Το υποδέχθηκαν με χαρά!!! Βρήκαν μια γωνία στο χώρο που συγκεντρώνεται το πλήρωμα και…
Όλα τα είχε, στολίδια, φώτα! Ολο το πλήρωμα το φωτογράφιζε για να το στείλουν στις οικογένειές τους…
Από το φινιστρίνι έβλεπε την θάλασσα, ωκεανούς, πελάγη, πολιτείες άγνωστες, και άκουγε σε διάφορες γλώσσες τις συζητήσεις των ναυτικών όταν ξαπόσταιναν στο σαλονάκι…
Λίγο το ζαλιζε ο καιρός, το σουέλ, αλλά εκείνο εκεί σταθερό, ακούνητο, καμαρωτό. Αν μπορούσε να το έβλεπε από μια γωνιά η μητέρα του… Πόσο θα καμαρωνε και εκείνη. Το βλαστάρι της θαλασσοπόρος!!!
Όχι πώς ήταν όλες οι μέρες οι ίδιες. Που και που κοντοστεκόταν μπροστά του ένα μέλος του πληρώματος, του έριχνε μια ματιά. Δεν άκουσε ούτε μια λέξη, αλλά ένιωσε ότι σκεφτόταν το δέντρο του σπιτιού του που ήταν χιλιάδες μίλια μακρυά…
Το βάρος της απουσίας του, θα βάραινε τα κλαδιά του σίγουρα, σκέφτηκε για το στεριανό χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Όσο στεκόταν μπροστά του ανάμεσα στις βάρδιες, τα μέλη του πληρώματος, εκείνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήθελε να γίνει ναυτικός, ένιωσε μια θλίψη.
Κόντεψαν να λυγίζουν τα κλαδιά του… όταν πια τους έβλεπε να σκουπίζουν όπως- όπως ένα δάκρυ, πιο αλμυρό από την θάλασσα, θα ήθελε να είχε χέρια για μια ανθρώπινη αγκαλιά.
Ξέχασε προς στιγμήν, ότι ήταν ένα ακούνητο, χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Ακούνητο ναι, αλλά όχι άκαρδο…
Μα ήταν μόνο ένα δέντρο…
Έκανε προσπάθεια, σήκωσε όλα του τα κλαδιά, φόρεσε το πιο λαμπερό του χαμόγελο και… η φωτογραφία του, θα μείνει για πάντα, για να θυμίζει σε μια οικογένεια, το πρώτο μπάρκο του παιδιού τους, τα πρώτα του θαλασσινά Χριστούγεννα!!!
Για να αποικοιμηθεί στην αγκαλιά του Ποσειδώνα. Μέχρι τότε όμως χαρίζει το χαμόγελο του σε κάθε ναυτικό που στέκεται μπροστά του με μια τρύπα στην καρδιά…
Αν με ρωτούσαν θα έλεγα ότι δεν υπάρχει πιο θαυμαστό χριστουγεννιάτικο δέντρο στον πλανήτη, πιο καλόκαρδο που από μικρό ήθελε να ταξιδεύει στα πέρατα της Γης.
Ήθελε να γίνει ναυτικός. Και ούτε που το μετάνιωσε.
Αν και όταν έχει πολλά μποφόρ το ζαλίζει λίγο η θάλασσα.
Μα αν το ρωτούσαν ξανά, πάλι το ίδιο θα διάλεγε, να είναι…
Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο- Ναυτικός!







