Μαρού: Γιάντα Αντζερού ίντα ΄παθες;Αντζερού: Τη Πέφτη ε σας είπα ότι α κάμω το μπόλι; Επήαε με την κόρη μου στη χώρα τσαι το κάμα. Όλα επήαν καλά. Τσ’ οι αθρώποι ετσεί ήτα καλοί τσαι τη βελόνη εν εκατάλαβα καθόλου τσαι με κρατήσαν τσαι λιάιν αμπά πάθω λέει καμμιάν ανεφυλαξία. Εγυρίσαε στο χωργκιό τσαι μέχρι το βραδύ εν είχα τίποτι. Ετοιμάστηκα να πέσω, ήκαμα τσαι το σταυρό μου τσαι νήβηκα στο σοφά. Εν επρόλαβα που λέει ο λόος να γυρίσω πλευρό τσ’ ήρκησα να τουρτουρίζω.. Μ΄επιασε τσαι το τσεφάλι μου τσ΄όλον εβάραινα. Επήρα την κόρη μου τσ΄ήρτε το παιδί μου ολοϊσα. Μού βαλεν θερμόμετρο τσ’ είχα 38,3 πυρετό. Μού ριξεν τσαι πάνω μου όσες κουβέρτες ήβρε, μα βω ήτρεμα σαν το κουλούτσι.
Αντζερού: Γι΄άκου τον, τον προπέτη. ‘Ασμε μαρή α τελειώσω τσ΄ύστερη μιλείς.
Αντζερού: Μη λέεις ουργκιάδες τσ΄ άκουσέ με. Η κόρη μου επήρεν το γιατρό τσαι της είπε πως είν΄καλό εφτό που ΄παθα, γιατί λέει με το μπόλι, βγάλωε μέσα μας κάτι πράματα, μα εν εθυμούαι ίντα λοής μου τα πε τσαι εφτά σκοτώνου το διάβολο το κορωνογιό. Της είπε τσαι μου δωκε ντεπό τσαι σια-σια εσυνήρτα. Ίντα ΄χεις να πεις τώρα Μαρού; Ε μιλείς εε;
Μαρού: Με εσόν σου ΄ρέσουν, γιάντα σε πειράξαν; Αμπά ΄φαες πολλούς;
Κακού: Εγεράσαε Αντζερού μου τσαι ε μπορούε πκια να τα τρώεν όλα.
Αντζερού: Σε ΄φτο έχεις δίκιο. Με έπιασεν που λέετε ένας πόνος στην τσοιλιά μου να βγει η ψυχή μου. Τσ΄ύστερη ετουμπάνιασεν τσόλας τσ΄ενεμπόρουν να πάρω ανάσα. Πάει λέω εδώ α κακαρώσω. Ήταν τσ΄αργκά τσαι εν ήθελα να πάρω πάλι την κόρη μου. Ήπιασα το σπίρτο τσ΄ήρκησα να τρίβω την τσοιλιά μου. Την ήτριβα . την ήτριβα μέχρι πού ΄βγαλα μιαν κανονιά, συγνώμη τσόλας, που συλοβρώμησεν το σπίτι τσαι πρου τσαι πρου τσαι σταματημό εν είχε. Ύστερη μ΄έπιασεν τσαι τσιλιό τσ΄όλη τη νύχτα, επήαινα τσ΄ήρκουμου στο αναγκαίο. Εξέκαμα. Τρεις ημέρες ετσοιμούμουν. Ε με βαστούσαν τα ποάργκια μου να σηκωθώ.
Βόλοι: Παραδοσιακό πυργούσικο φαγητό. Τους φτιάχνουμε την περίοδο της Αποκριάς, την Κυριακή των βολών όπως λέμε. Πλάθουμε σε μικρούς βόλους χοντροκοπανισμένο σιτάρι και τους βράζουμε με χοιρινό.








