Αρχική Απόψεις Aρθρα ΣΤΑΝΤΗΣ Ρ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ: ΑνδρέαςΓανιάρης- Ο Πατριάρχης της ελληνικής βιβλιοδεσίας

ΣΤΑΝΤΗΣ Ρ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ: ΑνδρέαςΓανιάρης- Ο Πατριάρχης της ελληνικής βιβλιοδεσίας

41

 ΑνδρέαςΓανιάρης: Ο Πατριάρχης της ελληνικής βιβλιοδεσίας


Ο δάσκαλος μιας τέχνης


Στους δημιουργούς, που αφήνουν έργο πίσω τους σημαντικό, τιμή περισσότερο τους πρέπει, παρά λύπη.
Την προηγούμενη εβδομάδα έφυγε, όρθιος και γελαστός όπως πάντα, ο πατριάρχης της Ελληνικής Βιβλιοδεσίας, Αντρέας Γανιάρης. Τα δεσίματά του, αληθινά αριστουργήματα που “ντύνουν” αξιόλογες εκδόσεις, θα ξεχωρίζουν στα ράφια εκατοντάδων βιβλιόφιλων, με την ιδιαίτερη αισθητική, τη χαρακτηριστική τεχνοτροπία, την άψογη τεχνική, τη σπάνια αρμονία περιεχομένου και καλύμματος που τα διακρίνει.
Ως την τελευταία του στιγμή δεν έπαψε να υπηρετεί το μεγάλο του μεράκι: τη διάδοση και στήριξη της τέχνης του, μέσω της ίδρυσης σχολών και σεμιναρίων ώς την πιο απόμακρη ελληνική γωνιά.
Οταν όλοι οι συνάδερφοί του κράταγαν ζηλότυπα τα “μυστικά του επαγγέλματος” σ’ εφτασφράγιστα σεντούκια, αυτός και εγχειρίδιο διδακτικό έβγαλε και για την πρώτη σχολή βιβλιοδεσίας του ΕΟΜΜΕΧ μόχθησε και κράτησε πάντοτε ανοιχτές τις πόρτες του εργαστηρίου του σ’ όποιον έφτανε γυρεύοντας συμβουλές, κι ας μην ήταν καν “του κλάδου”. Η διαφορά του από τους υπόλοιπους ήταν πως δε θεώρησε ποτέ πως χάνει είτε τον χρόνο είτε την πελατεία του όταν μοιραζόταν τις γνώσεις του. Αντιθέτως, μακριά από κάθε επίδειξη χριστιανικής αγαθοσύνης, έκανε πράξη το: “δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε”, νιώθοντας ότι έτσι μόνο αποκτάς άξιους συνεργάτες στον ίδιο στίβο!
Ο Αντρέας Γανιάρης δεν ξεκίνησε βιβλιοδέτης. Γιος του Χρύση Γανιάρη, μερακλή εκδότη της δεκαετίας του ’30, στον οποίο οφείλουμε σειρά προσεγμένων μεταφράσεων της αξιότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, σπούδαζε σα χρειάστηκε κάποτε να βοηθήσει την άρρωστη αδερφή του, την Ανθούλα, που ’χε μαγαζί με βιβλιοδεσίες τέχνης. Εκτοτε και για περισσότερα από 40 χρόνια δεν κούνησε από το σκαμνί του βιβλιοδέτη και του χρυσωτή.
Τα φωτερά χρώματα των λινών βιβλιοδεσιών τους στα βιβλία του πατέρα μου συνοδεύουν πάντα τις παιδικές μου μνήμες των λιγοστών πολύτιμων πραγμάτων που υπήρχαν σπίτι και έπρεπε να τα προσέχουμε! Οι ανεπανάληπτες εγγραφές με ανάγλυφα χρώματα στις ράχες και στα καπάκια και οι βινιέτες, οι ζωγραφισμένες με πενάκι πάνω στ’ αδρό γκρίζο καραβόπανο… Τεχνικές που ’μειναν δίχως μιμητές, από εποχές πολύ πιο στενεμένες, όπου ο βιβλιοδέτης έπρεπε και με τα ταπεινότερα υλικά να επιτύχει την άκρα καλαισθησία.
Δε θα ξεχάσω την πρώτη φορά που ’φτασα στο εργαστήρι του στους Αμπελοκήπους, όπου με τα χρυσωτικά εργαλεία του να ζεσταίνονται μονίμως στη φωτιά, ο Αντρέας Γανιάρης με δέχτηκε καλοσυνάτα, μόλις είχα δέσει τα πρώτα μου βιβλία ακολουθώντας ένα αγγλικό εγχειρίδιο. Τα περιεργάστηκε, μου ’πε τα καλύτερα λόγια, και ύστερα άρχισε να με καθοδηγεί υπομονετικά: Με μύησε στη μαγική αρμονία των υλικών, προειδοποιώντας με πως αν την παραβιάσεις σ’ οποιαδήποτε φάση, η δυσαναλογία θα φανεί και θα επηρεάσει κρίσιμα την ποιότητα της δουλειάς. Μου μίλησε για την “προσχεδίαση” κάθε διακόσμησης ώς την τελευταία της λεπτομέρεια, αποκλείοντας ρητά τη μέθοδο του “βλέποντας και κάνοντας”, εφόσον επιζητούμε το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να είναι απόσταγμα έμπνευσης και όχι αποτέλεσμα της τύχης πάνω σ’ αυτοσχεδιασμούς. Πίστευε πρωτίστως πως αν δεν γνωρίζεις το βιβλίο και μάλιστα σε βάθος, αν δεν το διαβάσεις, αδύνατον να μπορέσεις ποτέ να το δέσεις σωστά, μιας και το δέσιμο πρέπει πάντα νάναι συναφές προς το περιεχόμενο, το ύφος του κειμένου, την προσωπικότητα του συγγραφέα, το στιλ της εποχής του, να ταιριάζει, να εξηγεί, και πάντως να το αφήνει ν’ ανασαίνει, κι ότι ο τεχνίτης όφειλε με τις επιλογές του να μην επαναλαμβάνει τα πρότυπά του, και ν’ αντιμετωπίζει το κάθε βιβλίο σα μια μοναδική οντότητα, ακόμα κι όταν πρόκειται για δύο ίδια αντίτυπα. Θυμάμαι μάλιστα την έκθεσή του, πριν από κάμποσα χρόνια, με διαφορετικά δεσίματά του της ποιητικής συλλογής ευαίσθητου εκείνου Μαραμπού.
Στο μυαλό του, η Βιβλιοδεσία υπήρξε πάντοτε στενά εξαρτημένη από τον πυρήνα που τόσο ευγενικά περιβάλλει και τόσο στοργικά φιλοδοξεί ν’ αναδείξει -κι όχι ποτέ ναρκισσικά ν’ αυτοαναδειχτεί- αξίζοντας πράγματι, μόνο αν δικαίωνε τον ορισμό της που ’χε κάποτε δώσει ο αρχαιολόγος Γ. Μηλιάδης: “Μια γυναίκα -όλες οι γυναίκες είν’ ωραίες- σε μια γούνα. Και να ξεχνάς τη γυναίκα και να θυμάσαι τη γούνα! Αυτό είναι Τέχνη!”
Γνώστης άριστος της κλασικής τεχνικής, ο Γανιάρης υπήρξε παράλληλα και ο εισηγητής της μοντέρνας Βιβλιοδεσίας στην Ελλάδα. Χρησιμοποίησε ποικίλα υλικά, συνδύασε ικανά το σχέδιο, τη ζωγραφική, το ψηφιδωτό, ακόμα και τη γλυπτική ενίοτε, χωρίς ποτέ να ξεχνά (όπως συχνά συμβαίνει δυστυχώς με πολλούς ψευτομοντέρνους του χώρου) πως το βιβλίο είναι πάντως για να διαβάζεται και να μπαίνει στο ράφι κι όχι για να εκτίθεται σε προθήκες σα γλυπτό.
Τα καλύτερα δεσίματά του βρίσκονται συγκεντρωμένα σ’ ένα καλαίσθητο τρίγλωσσο λεύκωμα των εκδόσεων Αδάμ (“Βιβλιοδεσία Γανιάρη”), μα την αληθινή “περιπέτεια” των βιβλίων, καθώς ο ίδιος την παρακολούθησε από κοντά μια ολόκληρη ζωή, την περιγράφει γλαφυρά σ’ ένα μικρό τόμο της “Εστίας” με τον τίτλο: “Δώδεκα βιβλία δεμένα”. Εκεί μεταφέρει ζωντανά την πάλη του βιβλιοδέτη με το βιβλίο και τα υλικά, τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς του, τις αγωνίες του, μα και τα μοιραία λάθη που τον παραφυλάν σε κάθε στιγμή. Ενας απολογισμός που θα ’ναι πάντα χρήσιμος σ’ όποιον διαλέγει τον δύσκολο δρόμο της τόσο παραγνωρισμένης στα χρόνια μας καλλιτεχνικής Βιβλιοδεσίας.
Οι αντικαλλιτεχνικές συνθήκες στην Ελλάδα τον έθλιβαν κι αγανάκτησε πολλές φορές με τη μικροψυχία πολλών “μεγάλων” που ’θελαν κι αυτοί ένα δείγμα της τέχνης του -για να επιδειχτούν περισσότερο- μα τσιγκουνεύονταν… Μισούσε τους μειοδοτικούς διαγωνισμούς ανόητων τεχνοκρατών, που ’χουν επακόλουθο την καταστροφή τόσων και τόσων βιβλιοθηκών και πίστευε πως σκοτώνουν ακριβώς την ποιότητα. Αγωνίστηκε σεμνά μα και με περηφάνια που απέρρεε από την ποιότητά του, δίχως συμβιβασμούς, και φεύγοντας, ο διακριτικός αυτός αριστοτέχνης, μας άφησε πλουσιότερους! Σε πρωτοποριακές ιδέες, σ’ αισθητικές αξίες, σε καλλιτεχνικές κατευθύνσεις…


ΣΤΑΝΤΗΣ Ρ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 08/02/2006