Αρχική Απόψεις Aρθρα Μπορείς να γυρίσεις σε μια χώρα που σε διώχνει;, της Μυρτούς Κουτσοδόντη...

Μπορείς να γυρίσεις σε μια χώρα που σε διώχνει;, της Μυρτούς Κουτσοδόντη (αναδημοσίευση)

2

Είναι πολύ δύσκολο να σε διώχνει η χώρα σου. Δε φεύγεις ποτέ έτσι απλά, φεύγεις όταν ξέρεις ότι τελειώνει το οξυγόνο, όταν η ανάσα σου γίνεται όλο και πιο γρήγορη, γιατί συνέχεια φοβάσαι. Φεύγεις λίγο πριν κλάψεις με αναφιλητά γιατί δεν αντέχεις άλλο. Ή, αφού έχεις κλάψει με αναφιλητά, γιατί δεν αντέχεις άλλο.

Από τη στήλη
ΑΠΟΨΕΙΣ της Εφημερίδας των Συντακτών
17.04.26
Μυρτώ Κουτσοδόντη*

Οταν έφυγα, ήμουν 23. Ηξερα ότι αν θέλω να δουλέψω πρέπει να κάνω μεταπτυχιακό, όσες απλήρωτες πρακτικές κι αν είχα ήδη κάνει. Το μεταπτυχιακό που ήθελα να κάνω είχε 10.000€, σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν ήθελα να πάρω δάνειο, δεν ήθελα να δουλέψω καλοκαίρια και χειμώνες βάζοντας τη ζωή μου στην άκρη για να μπορέσω κάποια στιγμή, ίσως, να κάνω αυτό που σπούδασα. Δεν ήθελα να έχω γνωριμίες, δεν ήθελα να χρωστάω χάρες, δεν ήθελα να είμαι δούλα μπροστά σε ένα ρουσφέτι. Δεν ήθελα να δουλέψω σε ό,τι βρω ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα υπάρξει μια ευκαιρία που ίσως μου δώσει κάποια θέση για να ζω δουλεύοντας.

Από τη στιγμή που έφυγα, πάντα έλεγα πως θα γυρίσω. Πως έφυγα για να μπορώ να μάθω πώς είναι να ζεις με αξιοπρέπεια, να μπορώ να μάθω ότι αξίζω γιατί διάβασα, έγραψα, πήρα εμπειρία, βρέθηκα σε πλαίσια που με σεβάστηκαν. Για να μπορώ να μάθω να λέω όχι χωρίς να φοβάμαι τις συνέπειες. Ελεγα πως θα μάθω να είμαι δυνατή σε ένα πλαίσιο με σεβασμό, για να γυρίσω και να αντέξω το μη σεβασμό. Και να σταθώ απέναντί του.

Ο μη σεβασμός όμως έχει γίνει φόβος επιβίωσης. Επιβίωσης όχι μόνο οικονομικής πια, πραγματικής επιβίωσης. Οταν ξέρεις ότι μπορεί να μπεις σε ένα τρένο και να μη βγεις ζωντανή. Οταν ξέρεις ότι η κυβέρνηση της χώρας περπατά επί πτωμάτων, όταν ξέρεις ότι δικαιοσύνη δεν υπάρχει, όταν ξέρεις ότι αν δεν έχεις άκρες ίσως πεθάνεις σε ένα εργοστάσιο, έξω από ένα αστυνομικό τμήμα όπου ζητάς βοήθεια, μέσα σε αστυνομικό τμήμα όπου έχεις πάει για καταγγελία και εν τέλει σε βιάζουν.

Στο δίλημμα να μείνεις, να αγωνιστείς, ή να φύγεις, να σώσεις ό,τι μένει από σένα, δεν έχω απάντηση. Κι ας έχω φύγει τέσσερα χρόνια τώρα, ποτέ δεν είχα απάντηση. Γιατί το να φύγεις από το σπίτι σου δεν είναι πάντα επιλογή. Κάποιες φορές είναι ανάγκη, γιατί δεν πάει άλλο.

Ισως πάλι και να λέμε ότι φεύγουμε, να χρησιμοποιούμε δηλαδή αυτή τη συγκεκριμένη λέξη, για να μπορούμε να έχουμε την αίσθηση -εσφαλμένη ή μη- πως έχουμε έναν μικρό έλεγχο κάποιας επιλογής. Δεν υπάρχει όμως επιλογή όταν σε διώχνουν. Και δεν σε διώχνουν μόνο όταν σου λένε «φύγε». Αλλά και όταν βλέπεις τον διπλανό σου να φοβάται, να μην έχει χρήματα μετά τα μισά του μήνα, να δολοφονείται, να βιάζεται, να πρέπει να επιλέγει ανάμεσα στη δουλειά ή τους φίλους, να μην μπορεί να αντέξει την τιμή ενός ενοικίου, να μην μπορεί να πει όχι στην υπερωρία, να χάνει ανθρώπους που πάνε αλλού να ζήσουν. Γιατί ξέρεις πως ο άλλος που τα παθαίνει όλα αυτά είσαι εν δυνάμει εσύ. Γιατί η επιβίωση ενέχει τη θεμελιώδη αντίθεση ζωής-θανάτου.

Ο μη σεβασμός έχει γίνει φόβος επιβίωσης. Επιβίωσης όχι μόνο οικονομικής πια, πραγματικής επιβίωσης. Οταν ξέρεις ότι μπορεί να μπεις σε ένα τρένο και να μη βγεις ζωντανή. Οταν ξέρεις ότι η κυβέρνηση της χώρας περπατά επί πτωμάτων.

Σεβασμός σε όσους μένουν, σεβασμός σε όσους φεύγουν, όλοι με κάποιον τρόπο προσπαθούμε να αγωνιστούμε για να μπορούμε να ζήσουμε σε μια χώρα που να σέβεται τους ανθρώπους που σε κάποιο δρόμο της πόλης ή της επαρχίας έχουν τις παιδικές αναμνήσεις τους, τους ανθρώπους τους, την οικογένειά τους, αυτά που -για μένα- αποτελούν πατρίδα.

Ας μιλάμε λοιπόν ανοιχτά, δεν είναι επιλογή να φεύγεις, είναι βάρος, που το σηκώνουμε ξεχωριστά, αλλά και μαζί.

Από μια Ελληνίδα του εξωτερικού λοιπόν, προς όποιο ενδιαφερόμενο, αφήστε μας να ζήσουμε σαν άνθρωποι, σταματήστε να μας διώχνετε, να μας στερείτε τους ανθρώπους μας, τη ζωή που εν τέλει κόψαμε σε κομμάτια για να μη μας την κόψουν.

Αλληλεγγύη σε όσες, όσους, όσα αγωνίζονται.

Μέχρι οι ζωές μας να αξίζουν περισσότερο από τα κέρδη τους.

Μέχρι να μπορούμε να γυρίσουμε σε μια χώρα όπου η αξιοπρέπεια να μην πρέπει να εξαρτάται από την τύχη.

* Κλινική ψυχολόγος

Διαφήμιση