
Το σκληρό πρόσωπο της προσφυγιάς παραμένει το ίδιο όσα και χρόνια αν περάσουν, σε όποιος τόπους και αν αυτή εξεταστεί. Είτε ο λόγος γίνεται για αυτούς που πριν από 65 περίπου χρόνια αποφάσισαν να περάσουν κρυφά στις απέναντι ακτές ώστε να σωθούν από τη σκλαβιά της ναζιστικής κατοχής, είτε πριν 15 χρόνια αναζητώντας από το Κουρδιστάν την ελευθερία, είτε ακόμα και σήμερα όταν άνθρωποι φεύγουν από χώρες που πλήττονται από πολέμους, αυταρχικά καθεστώτα, φτώχια και προσπαθούν να φθάσουν στον τόπο μας, τα βασικά σημεία παραμένουν ίδια.
Το περασμένο Σάββατο η Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες, με μια εκδήλωση στα γραφεία του ΠΕΛΙΝΝΑΙΟΥ, παρουσίασε το δράμα της προσφυγιάς.
Δύο αφηγήσεις δοσμένες μέσα από την ψυχή τους από τους Παναγιώτη Καρασούλη αντιστασιακό και τον Διονύση Τ. που από το 1989 βρίσκεται στη χώρα μας, από ηλικία 1,5 ετών.
«5 δάχτυλα από την κουπαστή ήταν η θάλασσα»
«Ήταν Φθινόπωρο του 1941 ο καιρός από βραδύς βροχερός και χαμόγελα στο σπίτι γιατί την άλλη μέρα πρωί- πρωί θα πηγαίναμε να μαζέψουμε σαλιγκάρια για να φάμε κάτι. Ξεκινήσαμε νωρίς και τι να δούμε; Στον Κορακάρη ήταν περισσότεροι οι άνθρωποι από τα σαλιγκάρια!», σημείωσε ο κ. Καρασούλης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, με έναν από τους πιο δύσκολους χειμώνες –αυτός του 1942-, πολλοί ήταν οι Χιώτες που ριψοκινδύνευσαν να περάσουν με κάθε μέσο στις απέναντι τουρκικές ακτές με προορισμό τη Μέση Ανατολή.
Περιγράφοντας ο ίδιος την ιστορία του, σημείωσε πρώτα πέρασε στις Οινούσσες. Την ημέρα που τον ειδοποίησαν να ετοιμαστεί για το ταξίδι, στον προκαθορισμένο χώρο μαζεύτηκαν δεκάδες Χιώτες. Στάθηκε τυχερός γιατί στο καΐκι ήταν δύο συμμαθητές του που είπαν στο βαρκάρη να τον πάρει. Τριάντα άτομα σε ένα βαρκάκι, με τη θάλασσα να είναι μόλις 4-5 δάχτυλα από την κουπαστή και το φόβο του εντοπισμού από τα περιπολικά των Γερμανών έφτασαν στην περιοχή της Κάτω Παναγιάς. «Μας απειλούσαν οι Τούρκοι χωροφυλάκοι ότι θα μας έστελναν πάλι πίσω. Το λιμανάκι της Αγίας Παρασκευής ήταν γεμάτη βάρκες με ελληνικά ονόματα», σημείωσε.
Στο μυαλό όλων καθρεφτίζεται η σημερινή εικόνα των προσφύγων, με τις βάρκες που έχουν τούρκικα ονόματα…
Στο κρατητήριο του Τσεσμέ, τους έδωσαν σύκα για φαγητό με αποτέλεσμα να πάθουν όλοι κόψιμο! Στη συνέχεια ξεκίνησαν ταξίδι για την Κύπρο, παίρνοντας πάνω από τη μεθόριο γραμμή. Στο δρόμο η μηχανή χάλασε με αποτέλεσμα ένα ταξίδι 2,5 ημερών να ολοκληρωθεί σε 11! Εκεί οι Άγγλοι τους πήγαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τα πράγματα ήταν καλύτερα.
«1,5 χρονών πέρασα το ποτάμι»
Ο λόγος περνά στο 17χρονο Διονύση από το Κουρδιστάν. Όπως λέει δεν ξέρει αν ποτέ καταφέρουν να γυρίζουν στην πατρίδα, οι πληγές είναι νωπές…
«Πριν μιλήσουμε για το λόγο για τον οποίο εγκαταλείψαμε το Κουρδιστάν, ας αναφερθούμε στη βία και τη σφαγή της τουρκικής Κυβέρνησης εναντίον του Κουρδικού λαού εδώ και 80 χρόνια. Από το 1918 έως τώρα ο Κουρδικός λαός επαναστάτησε 28 φορές και στις 28 η τουρκική Κυβέρνηση, διέλυσε με τη βία τις επαναστάσεις. Μετέφερε χιλιάδες κουρδικές οικογένειες σε τουρκικές επαρχίες και τουρκικές οικογένειες σε κουρδικές επαρχίες.
Στόχος τους ήταν να μεταφέρουν το τουρκικό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα στους Κούρδους και ιδιαίτερα στα παιδιά και γι’ αυτό δοκίμασαν κάθε τρόπο για να τα καταφέρουν. Ενάντια σ’ αυτή την πράξη η πιο σημαντική δουλειά έπεσε στις Κούρδισες μητέρες», σημείωσε ο Διονύσης (μαθητής της Β’ Λυκείου).
Αναφέρεται στον πατέρα του που ξεκίνησε τη δράση του στα 1977. Περιγράφει τη βία του στρατού και τη μεγάλη απόφαση στα τέλη του ‘89 -όταν δέχεται απειλές θανάτου ο πατέρας του- να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς.
«Μείναμε 2 μήνες στην Κωνσταντινούπολη. Με ένα αυτοκίνητο πήγαμε ως τον Έβρο και μετά περπατήσαμε μέσα στον ποταμό, όλο το βράδυ. Κάποια στιγμή η μητέρα μου γλίστρησε και έπεσε και εγώ άρχισα να κλαίω. Ηρθε ο πατέρας μου και μου είπε να μη μιλώ γιατί κινδυνεύουμε», θυμάται.
Ήταν τότε μόλις 1,5 χρονών, ο πατέρας του Διονύση σημειώνει ότι το νερό του ποταμού τούς έφθανε μέχρι το λαιμό και τον είχε στον ώμο του.
Δεν ‘ήξεραν για ναρκοπέδια. Στάθηκαν τυχεροί. Την άλλη μέρα τους βρήκε ένας χωρικός. Με νοήματα ειδοποίησαν την αστυνομία. Από εκεί Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη και κατάληξη στο Λαύριο, στο στρατόπεδο για τους πρόσφυγες.
Εδώ και 9 χρόνια ζουν μόνιμα στη Χίο. Ο αδερφός του αν και έχει γεννηθεί στην Ελλάδα δεν έχει ούτε αυτός την ελληνική υπηκοότητα…
Δεν έχουν πατρίδα. Δεν ξέρουν αν ποτέ θα αποκτήσουν. Δεν γνωρίζουν πως θα τους αντιμετωπίσει η Ελλάδα όταν φτάσουν στα 18 τους χρόνια…
Ένα βίντεο με μαρτυρίες από πρόσφυγες του σήμερα, δίνει το μήνυμα ότι η προσφυγιά είναι πάντα ίδια. Γίνεται όμως υποφερτή, γλυκαίνει θαρρείς, όταν συναντάς ανθρώπους που σου συμπαραστέκονται.
του Θοδωρή Πυλιώτη, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ 23/3/2006
Το περασμένο Σάββατο η Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες, με μια εκδήλωση στα γραφεία του ΠΕΛΙΝΝΑΙΟΥ, παρουσίασε το δράμα της προσφυγιάς.
Δύο αφηγήσεις δοσμένες μέσα από την ψυχή τους από τους Παναγιώτη Καρασούλη αντιστασιακό και τον Διονύση Τ. που από το 1989 βρίσκεται στη χώρα μας, από ηλικία 1,5 ετών.
«5 δάχτυλα από την κουπαστή ήταν η θάλασσα»
«Ήταν Φθινόπωρο του 1941 ο καιρός από βραδύς βροχερός και χαμόγελα στο σπίτι γιατί την άλλη μέρα πρωί- πρωί θα πηγαίναμε να μαζέψουμε σαλιγκάρια για να φάμε κάτι. Ξεκινήσαμε νωρίς και τι να δούμε; Στον Κορακάρη ήταν περισσότεροι οι άνθρωποι από τα σαλιγκάρια!», σημείωσε ο κ. Καρασούλης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, με έναν από τους πιο δύσκολους χειμώνες –αυτός του 1942-, πολλοί ήταν οι Χιώτες που ριψοκινδύνευσαν να περάσουν με κάθε μέσο στις απέναντι τουρκικές ακτές με προορισμό τη Μέση Ανατολή.
Περιγράφοντας ο ίδιος την ιστορία του, σημείωσε πρώτα πέρασε στις Οινούσσες. Την ημέρα που τον ειδοποίησαν να ετοιμαστεί για το ταξίδι, στον προκαθορισμένο χώρο μαζεύτηκαν δεκάδες Χιώτες. Στάθηκε τυχερός γιατί στο καΐκι ήταν δύο συμμαθητές του που είπαν στο βαρκάρη να τον πάρει. Τριάντα άτομα σε ένα βαρκάκι, με τη θάλασσα να είναι μόλις 4-5 δάχτυλα από την κουπαστή και το φόβο του εντοπισμού από τα περιπολικά των Γερμανών έφτασαν στην περιοχή της Κάτω Παναγιάς. «Μας απειλούσαν οι Τούρκοι χωροφυλάκοι ότι θα μας έστελναν πάλι πίσω. Το λιμανάκι της Αγίας Παρασκευής ήταν γεμάτη βάρκες με ελληνικά ονόματα», σημείωσε.
Στο μυαλό όλων καθρεφτίζεται η σημερινή εικόνα των προσφύγων, με τις βάρκες που έχουν τούρκικα ονόματα…
Στο κρατητήριο του Τσεσμέ, τους έδωσαν σύκα για φαγητό με αποτέλεσμα να πάθουν όλοι κόψιμο! Στη συνέχεια ξεκίνησαν ταξίδι για την Κύπρο, παίρνοντας πάνω από τη μεθόριο γραμμή. Στο δρόμο η μηχανή χάλασε με αποτέλεσμα ένα ταξίδι 2,5 ημερών να ολοκληρωθεί σε 11! Εκεί οι Άγγλοι τους πήγαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τα πράγματα ήταν καλύτερα.
«1,5 χρονών πέρασα το ποτάμι»
Ο λόγος περνά στο 17χρονο Διονύση από το Κουρδιστάν. Όπως λέει δεν ξέρει αν ποτέ καταφέρουν να γυρίζουν στην πατρίδα, οι πληγές είναι νωπές…
«Πριν μιλήσουμε για το λόγο για τον οποίο εγκαταλείψαμε το Κουρδιστάν, ας αναφερθούμε στη βία και τη σφαγή της τουρκικής Κυβέρνησης εναντίον του Κουρδικού λαού εδώ και 80 χρόνια. Από το 1918 έως τώρα ο Κουρδικός λαός επαναστάτησε 28 φορές και στις 28 η τουρκική Κυβέρνηση, διέλυσε με τη βία τις επαναστάσεις. Μετέφερε χιλιάδες κουρδικές οικογένειες σε τουρκικές επαρχίες και τουρκικές οικογένειες σε κουρδικές επαρχίες.
Στόχος τους ήταν να μεταφέρουν το τουρκικό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα στους Κούρδους και ιδιαίτερα στα παιδιά και γι’ αυτό δοκίμασαν κάθε τρόπο για να τα καταφέρουν. Ενάντια σ’ αυτή την πράξη η πιο σημαντική δουλειά έπεσε στις Κούρδισες μητέρες», σημείωσε ο Διονύσης (μαθητής της Β’ Λυκείου).
Αναφέρεται στον πατέρα του που ξεκίνησε τη δράση του στα 1977. Περιγράφει τη βία του στρατού και τη μεγάλη απόφαση στα τέλη του ‘89 -όταν δέχεται απειλές θανάτου ο πατέρας του- να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς.
«Μείναμε 2 μήνες στην Κωνσταντινούπολη. Με ένα αυτοκίνητο πήγαμε ως τον Έβρο και μετά περπατήσαμε μέσα στον ποταμό, όλο το βράδυ. Κάποια στιγμή η μητέρα μου γλίστρησε και έπεσε και εγώ άρχισα να κλαίω. Ηρθε ο πατέρας μου και μου είπε να μη μιλώ γιατί κινδυνεύουμε», θυμάται.
Ήταν τότε μόλις 1,5 χρονών, ο πατέρας του Διονύση σημειώνει ότι το νερό του ποταμού τούς έφθανε μέχρι το λαιμό και τον είχε στον ώμο του.
Δεν ‘ήξεραν για ναρκοπέδια. Στάθηκαν τυχεροί. Την άλλη μέρα τους βρήκε ένας χωρικός. Με νοήματα ειδοποίησαν την αστυνομία. Από εκεί Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη και κατάληξη στο Λαύριο, στο στρατόπεδο για τους πρόσφυγες.
Εδώ και 9 χρόνια ζουν μόνιμα στη Χίο. Ο αδερφός του αν και έχει γεννηθεί στην Ελλάδα δεν έχει ούτε αυτός την ελληνική υπηκοότητα…
Δεν έχουν πατρίδα. Δεν ξέρουν αν ποτέ θα αποκτήσουν. Δεν γνωρίζουν πως θα τους αντιμετωπίσει η Ελλάδα όταν φτάσουν στα 18 τους χρόνια…
Ένα βίντεο με μαρτυρίες από πρόσφυγες του σήμερα, δίνει το μήνυμα ότι η προσφυγιά είναι πάντα ίδια. Γίνεται όμως υποφερτή, γλυκαίνει θαρρείς, όταν συναντάς ανθρώπους που σου συμπαραστέκονται.
του Θοδωρή Πυλιώτη, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ 23/3/2006
Διαφήμιση







