
Ανέμελες ώρες στα Αγιάσματα, στη βόρεια Χίο, σ΄ ένα καφενείο (του Χάρη) πάνω στο κύμα και ο Δημήτρης Γκόγκος, μετά από ένα ουζάκι ρίχνει και μια… ζεϊμπεκιά! Το νησί τον έχει λυτρώσει και τον έχει απογειώσει…
Μια “κουβέντα” με αναμνήσεις από τα 76 χρόνια ζωής και πορείας του Δημήτρη Γκόγκου, ιδρυτή του “Νέου Κόσμου” Αυστραλίας
(αναδημοσίευση από το ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ)
Γεννήθηκε: Στις 13 Φεβρουαρίου 1931 στη Χίο, από Μικρασιάτες πρόσφυγες γονείς.
Μεγάλωσε: Στο Βαρβάση Χίου, με εξαίρεση κάποιο χρονικό διάστημα στην Κύπρο.
Σπούδασε: Απόφοιτος του Καποδιστρείου Γυμνασίου Χίου με παράλληλη ενασχόληση τη δημοσιογραφία.
Μετανάστευσε: Το 1950 στη Μελβούρνη και δούλεψε για μια μέρα στο εργοστάσιο της General Motors Holden, αλλά και σε αρκετά άλλα εργοστάσια, πριν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία. Η απόφασή του να μείνει μόνιμα εδώ φέρνει όλη την οικογένεια στην Αυστραλία.
Υπηρέτησε ως γραμματέας στον Πανελλήνιο Σύλλογο “Ορφέας” εξυπηρετώντας τους νεοφερμένους μετανάστες και εντάχθηκε στο προοδευτικό πολιτικό κίνημα.

Ο “Νέος Κόσμος” κυκλοφόρησε για πρώτη φορά την ημέρα των γενεθλίων του, όταν πλέον άλλαξε η νομοθεσία και επετράπη η κυκλοφορία ξενόγλωσσων εντύπων. Η εφημερίδα, με τη συνεργασία και άλλων φίλων και φορέων, κυκλοφόρησε στις 13 Φεβρουαρίου 1957! Στη “γέννηση” και ανάπτυξη της εφημερίδας, ο κ. Δημήτρης Γκόγκος, υπογραμμίζει ότι συνέβαλαν “πάρα πολλοί” και δεν έχει λόγια να τους ευχαριστήσει “όλους μα όλους, από καρδιάς”.
Δεν παραλείπει να σημειώσει ότι, για πολλά χρόνια συνέταιροί του ήταν ο Νώντας Πεζάρος (που ήταν και αρχισυντάκτης) και ο Χρήστος Μουρίκης.
Λατρεύει: Τα ταξίδια, τις ωραίες γυναίκες, την κλασσική, αλλά και την έντεχνη ελληνική μουσική.
Σήμερα: Είναι πατέρας 3 παιδιών και έχει τέσσερα εγγόνια, στα οποία επιμένει ελληνικά. Το 2000, ο τότε πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, κ. Κωστής Στεφανόπουλος, του απένειμε το βραβείο της Ελληνικής Κυβέρνησης για την καλύτερη ελληνόφωνη εφημερίδα στο χώρο της διασποράς. Το 2001, η αυστραλιανή κυβέρνηση τον τίμησε με το “Μετάλλιο του Αιώνα” για τη συμβολή του στην ανάπτυξη του αυστραλιανού έθνους και το 2005 η Νομαρχία Αθηνών τον ανακήρυξε “Πρεσβευτή του Ελληνισμού” για την προσφορά του προς την ομογένεια, την Αυστραλία, την Ελλάδα και την Κύπρο. Αυτές είναι μερικές από τις πολλές τους διακρίσεις.
Αλλά για το κ. Δημήτρη Γκόγκο, η μεγαλύτερη διάκριση είναι η αγάπη της ομογένειας προς το “Νέο Κόσμο” επί πενήντα συνεχή χρόνια.
Χίος, καλοκαίρι 2006. Στο μπαλκόνι του Σωτήρη, στον Εγρηγόρο, ξετυλίγονται θύμησες και αναμνήσεις απ’ τη ζωή και το έργο του κ. Δημήτρη Γκόγκου. Βέβαια, οι εξομολογήσεις εκτυλίσσονται σε ανύποπτο χρόνο στις ατελείωτες διαδρομές στη Μυροβόλο, με το Σωτήρη Χατζημανώλη στο τιμόνι.
“Θυμούμαι…, δεν θα ξεχάσω ποτέ, βρε παιδιά, τότε που….”, αναφέρει ο κ. Γκόγκος διάφορα περιστατικά καθώς περνάμε από “γνώριμα” μέρη, καθώς η Χίος είναι η γενέτειρά του! Παράλληλα, σχολιάζει τις ικανότητες του αρχισυντάκτη της εφημερίδας Σωτήρη Χατζημανώλη, στην περιήγηση: “Τελικά, εσύ όταν φύγεις από το “Ν.Κ.” μπορείς άνετα να δουλέψεις ως σοφέρ στη Χίο. Τους ξέρεις όλους τους δρόμους πολύ καλά!”.
Ο Μπάμπης Σταυρόπουλος, σταθερή αξία στις ατάκες, συμπληρώνει: “Ε μα, με το μισθό που του δίνεις, τι να κάνει ο άνθρωπος…” κι εγώ, δυστυχώς, δεν κρατάω σημειώσεις, γιατί γελάω, γελάω πολύ και φοβάμαι μη μου βγουν “ξινά” τα γέλια…
Τελευταία μέρα στη Χίο και ο κ. Γκόγκος είναι ανένδοτος “δεν δίνω συνεντεύξεις”, μου δηλώνει. “Μα γιατί; Είναι για το “Νέο Κόσμο”, καλή εφημερίδα!” αντιπαρέρχομαι εγώ. Τελικά, πείθεται με το επιχείρημα ότι φέτος ο “Ν.Κ.” κλείνει μισό αιώνα παρουσίας στα παροικιακά δρώμενα και πρέπει να το γιορτάσουμε! Με αφορμή, λοιπόν, τα 50 χρόνια της εφημερίδας και τα 76 χρόνια του ιδρυτή και διευθυντή της, παρουσιάζουμε τον κ. Δημήτρη Γκόγκο που, όπως ήδη αναφέραμε, διάλεξε την ημέρα των γενεθλίων του, 13 Φεβρουαρίου, ως την ημέρα για την πρώτη έκδοση του “Νέου Κόσμου” το 1957.
ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ
Δεν πρόκειται απλώς για την εφημερίδα του Τάκη Γκόγκου, όπως είναι γνωστός στην παροικία, αλλά για την εφημερίδα όλου του ελληνισμού της Αυστραλίας και, ειδικότερα, της Μελβούρνης. Η εφημερίδα γεννήθηκε και ανδρώθηκε μαζί με τον ελληνισμό της Αυστραλίας και θα ζει όσο υπάρχουν αναγνώστες που του δίνουν φωνή, πνοή και λόγο ύπαρξης.
“Η εφημερίδα, τα πρώτα χρόνια έβγαινε με το χέρι, όχι όπως τώρα, αυτόματα”, εξιστορεί ο άνθρωπος που την εμπνεύστηκε. “Έρχονταν φίλοι και βοηθούσαν και η μητέρα μου επίσης. Μου έλεγε ότι είχε μακρύνει το ένα χέρι της απ’ το να βάζει μέσα κάθε 4σέλιδο στο άλλο 4σέλιδο…”
Όλα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα τα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης, ο “Νέος Κόσμος” έπαιξε όχι μόνο διαφωτιστικό, αλλά και οργανωτικό ρόλο. Ο κ. Γκόγκος αναφέρει χαρακτηριστικά πολλές φορές: “Με το που γινόταν κάποια αδικία ή διάκριση σε βάρος Ελλήνων σε κάποιο εργοστάσιο έπαιρναν τηλέφωνο αμέσως στο “Ν.Κ.” αντί για το Union (συνδικάτο) και εμείς στέλναμε αμέσως κάποιον εκεί για το ρεπορτάζ. Ένιωθαν οικεία λόγω της γλώσσας, αλλά και λόγω του ότι τους βοηθούσε να συσπειρωθούν. Ο “Νέος Κόσμος”, έπαιξε μεγάλο οργανωτικό ρόλο, ιδιαίτερα τον καιρό της χούντας, αλλά και τα χρόνια της ανεργίας και των διακρίσεων. Ακόμη, έπαιξε ρόλο σε ζητήματα γλώσσας και πολιτισμού όπως στην ίδρυση και λειτουργία της πρώτης Έδρας Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και, στη συνέχεια, να δημιουργηθούν και άλλες. Βρισκόμασταν στο πλευρό κάθε κίνησης στήριξης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των ανέργων, των συνταξιούχων, αλλά και της γλώσσας και του πολιτισμού μας.
Το ’74, λίγες μέρες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Δημήτρης Γκόγκος με τον Τάκη Καλδή, επισκέφτηκαν το μαρτυρικό νησί και διαπίστωσαν από κοντά το δράμα του κυπριακού λαού, το οποίο μετέφεραν στην ομογένεια που συγκλονίστηκε και ευαισθητοποιήθηκε.
Δεν πρόκειται για μια εφημερίδα που θα έγραφε απλώς ότι “συνεδρίασε σήμερα μια επιτροπή”, αλλά μια εφημερίδα που ήταν μέσα στην επιτροπή. “Αυτός είναι και ο λόγος που η πλειοψηφία θεωρεί το “Νέο Κόσμο” αξιόπιστο και δικό της”, καταλήγει ο κ. Γκόγκος.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
Και αφού μεγάλωσαν μαζί η πρώτη γενιά και ο “Νέος Κόσμος”, δεν παρατούν τα όπλα, αλλά παλεύουν για τις νέες ανάγκες που προκύπτουν, όπως καλύτερα γηριατρεία και νοσοκομεία με ελληνόφωνες υπηρεσίες καθώς και να αφήσουν μια καλή υποδομή για τους νέους σε θέματα εκπαιδευτικά, πολιτιστικά και εθνικά. “Οι συνθήκες αλλάζουν, το αναγνωστικό κοινό αλλάζει, γι’ αυτό και προσαρμοζόμαστε στις νέες συνθήκες, όπως κάνουμε, για παράδειγμα, με το αγγλικό ένθετο που εξελίσσεται, πλέον, σε μια ξεχωριστή ελληνική εφημερίδα, αλλά στην αγγλική γλώσσα”, προσθέτει ο κ. Γκόγκος.
Ο “Νέος Κόσμος” είναι κοντά και στη δεύτερη γενιά με το αγγλικό ένθετο με θέματα που ενδιαφέρουν τους νέους, όπως εκδηλώσεις, ψυχαγωγία, ντόπιες και ελλαδικές ειδήσεις, ιστορικά και πολιτιστικά θέματα. Την επιμέλεια του αγγλικού ένθετου έχουν αναλάβει νέοι δημοσιογράφοι δεύτερης και τρίτης γενιάς Ελλήνων και πολλοί είναι αυτοί που ξεκινούν τη δημοσιογραφική τους καριέρα από εκεί.
“Ο “Νέος Κόσμος” δίνει ευκαιρίες και κίνητρα στους νέους καθώς και χώρο για να δράσουν και να εκφραστούν. Υπήρξε επίσης και χορηγός των επιτυχόντων στο VCE για το μάθημα των Ελληνικών”, αναφέρει ο κ.Γκόγκος.
Ο ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ
Πενήντα χρόνια πορείας, ο Τάκης Γκόγκος, ο άνθρωπος που έκανε αγώνα κατά της χούντας και συνέβαλε στο να επισκεφτούν την Αυστραλία ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι αντιστασιακοί και, μάλιστα, σε δύσκολους καιρούς, δηλώνει ότι παραμένει, “σε γενικές γραμμές”, αριστερός ιδεολόγος.
“Γιατί, όμως, οι συνεργάτες σας μεταξύ αστείου και σοβαρού σας κατηγορούν ότι δεν είστε;”, τολμώ να τον ρωτήσω.
Ακολουθεί… ξεροβήξιμο και διαγράφεται ένα χαμόγελο πριν την απάντησή του: “Γιατί όταν βγάζεις μια εφημερίδα, γίνεσαι και λίγο – όχι λίγο – πολύ επιχειρηματίας. Αν δεν το κάνεις αυτό, θα αποτύχεις. Αν είχα, όμως, μόνο γραμμή επιχειρηματία, τότε δεν θα κρατούσα τη γραμμή που κράτησα και κρατώ όσον αφορά την πολιτική… ανέφερα προηγουμένως για τον Παπανδρέου και το Θεοδωράκη που φέραμε μαζί με άλλους τον καιρό της χούντας. Όταν πιστεύω κάτι, άσχετα με τις οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει θα το στηρίξω”, λέει αποφασιστικά.
Μιλώντας για τη δημοσιογραφία, αναφέρει ότι δεν είναι απλώς επάγγελμα, αλλά λειτούργημα και στάση ζωής. Καλό δημοσιογράφο χαρακτηρίζει αυτόν που, όχι απλώς ξέρει να χειρίζεται τη γλώσσα καλά, αλλά αυτόν που έχει ευαισθησίες και τις εκφράζει, συμπάσχει και υποστηρίζει σε προβλήματα. Ως κυριότερο προτέρημα, όμως, θεωρεί την αντικειμενικότητα.
Από τις αξίες που πρεσβεύει είναι η ειλικρίνεια και σχολιάζει ότι “ακόμη και αν σε βάλει σε μπελάδες, στο τέλος και εσύ κερδίζεις και ο άλλος και η κοινωνία”. Θεωρεί ότι είναι πολύ σημαντικό να βοηθάς το συνάνθρωπό σου, είτε σε προσωπική βάση είτε σε γενική, και ελπίζει και μάχεται για έναν ειρηνικό κόσμο.
Ο ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Ο Χριστόφορος Γκόγκος, το τρίτο παιδί του κ. Γκόγκου, χαρακτηρίζεται – από τον πατέρα του – άξιος συνεχιστής της εφημερίδας. Έχει ήδη αναλάβει το πηδάλιο εδώ και ένα χρόνο ως ο νέος εκδότης του “Νέου Κόσμου”, με την παράλληλη συμμετοχή του πατέρα του, ο οποίος, φυσικά, δεν λέει να εγκαταλείψει το χώρο καθώς είναι η ζωή του. “Διαθέτει τις ιδιότητες του καλού διοργανωτή και επιχειρηματία με αντικειμενικότητα και ενδιαφέρον για τον πολιτισμό, την γλώσσα και τις αξίες που πρεσβεύει η εφημερίδα”, αναφέρει ο κ. Δημήτρης Γκόγκος και εκφράζει την απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στο έργο του γιου του ως συνεχιστή της εφημερίδας. “Ο Χριστόφορος έχει ζήσει αρκετά χρόνια και στην Ελλάδα, μιλάει άπταιστα τις δύο γλώσσες, δουλεύει χρόνια στην εφημερίδα….”, απαριθμεί τα προσόντα του με χαμόγελο υπερηφάνειας ο πατέρας του.
Ωστόσο, η συνέχεια, πέρα από τις καλές προθέσεις των διαχειριστών, επηρεάζεται και από άλλους κοινωνικο-γλωσσολογικούς παράγοντες. Θίγοντας το θέμα της γλώσσας και θέτοντας το ερώτημα “ποιος θα αγοράζει το “Νέο Κόσμο” σε 10 με 20 χρόνια ή μήπως τελικά καταλήξουμε σε μια αγγλική έκδοση με ελληνικό ένθετο;”, ο κ. Γκόγκος προβλέπει: “Όχι, εγώ νομίζω ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα θα συνεχίσει να εκδίδεται στα ελληνικά”. “Ας δούμε το παράδειγμα της Αμερικής που βρίσκονται στην όγδοη γενιά Ελλήνων και όμως ο “Εθνικός Κήρυκας εκδίδεται στα ελληνικά, περιέχοντας όμως και αγγλικά. Στο “Ν.Κ.” το αγγλικό ένθετο, φυσικά, θα αναπτύσσεται. Όμως και η ελληνική έκδοση ακόμη αναπτύσσεται και βελτιώνεται. Έχουμε βγάλει εκδόσεις μεγάλες πριν 3-4 χρόνια πολύ καλύτερες απ’ ό,τι 20 χρόνια πριν. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον, αν δεν έρθουν νέοι μετανάστες στην Αυστραλία”, συνεχίζει.
ΘΥΜΟΥΜΑΙ…..
Και όπως παίρνουμε μια στροφή, ο κ. Γκόγκος θαυμάζει τους καινούριους, ευρύχωρους δρόμους του νησιού και διανθίζει τις διαδρομές με αναμνήσεις: “Ο πατέρας μου είχε ταξί και πήγαινα και ’γω μαζί του σε πολλές διαδρομές. Οι δρόμοι ήταν στενοί και θυμάμαι το πίσω λάστιχο να χάσκει στο κενό… Δεν θα ξεχάσω ποτέ βρε παιδιά, την Άνοιξη, τη μυρωδιά των λουλουδιών, να μοσχοβολάει ο τόπος μέχρι κάτω στο λιμάνι!”.
“Θυμούμαι εδώ, στη βρύση, μαζεύονταν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες και τραγουδούσαν κάτι τραγούδια… με τέτοιο παράπονο, που κανείς δεν μπορεί κανείς να το αποδώσει αν δεν έχει ζήσει τέτοιες καταστάσεις. Ένιωθες τον πόνο!”.
“Εδώ τρώγαμε τους καλύτερους λουκουμάδες… Σ’ αυτό το ζαχαροπλαστείο ερχόμασταν κάθε πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι, πριν πάμε σχολείο μ’ ένα συμμαθητή μου, επειδή ήταν το μόνο που είχε ραδιόφωνο για ν’ ακούσουμε τις ειδήσεις και να τις γράψουμε στην εφημερίδα “Πρωία” όπου εργαζόμουν. Πολλές φορές, λόγω του καιρού, είχε παράσιτα και προσπαθούσαμε από μια λέξη να βγάλουμε την είδηση”.
Οι αναμνήσεις καθώς γυρίζουμε στη Χίο ξετυλίγονται όλες και ο κ. Γκόγκος γυρνά πίσω στα μαθητικά του χρόνια:
“Αυτό”, λέει, “είναι το σχολείο που πήγα, το Καποδίστρειο. Θυμάμαι, είχαμε έναν διευθυντή, έναν άξεστο, με καθόλου τρόπους. Μια φορά με έβρισε μπροστά σε όλους και με απέβαλε γιατί στη σχολική εφημερίδα είχα γράψει για τον Γκάντι, με αφορμή το θάνατό του, και το θεώρησε κομουνιστική προπαγάνδα. Και ’γω τότε του πήρα για δώρο τα Χριστούγεννα ένα σαβουάρ βιβρ”.
“Θυμούμαι τις βόλτες εδώ στην προκυμαία. Οι μανάδες με τις κόρες σε στενό κλοιό, πού να φλερτάρεις…Κι όμως τα καταφέρναμε και περνούσαμε τα ραβασάκια! Δεν θα ξεχάσω ποτέ, βρε παιδιά, τα μπλε μάτια της πρώτης μου μεγάλης αγάπης εδώ στη Χίο. Εγώ 17 και εκείνη 24. Θυμάμαι, έκοψα τα χέρια μου απ’ τα γυαλιά που υπήρχαν στον τοίχο για να μπω κρυφά στο σπίτι της”. Παρεμβολή Σταυρόπουλου: “Kοίτα ρε, πώς αλλάζει ο άνθρωπος! Εσένα, σήμερα, η εγγονή της, για παράδειγμα, θα σού ’πεφτε μεγάλη…”! Ακολουθούν γέλια και πανικός στο… ακροατήριο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Παρθενικό και ίσως τελευταίο, λόγω των δυσκολιών που επιφέρουν τα χρόνια στις μεγάλες μετακινήσεις, χαρακτηρίζουν το ταξίδι του στα πάτρια εδάφη της Χίου οι συνεργάτες του. “Δεν νομίζω ότι ο Τάκης έχει ξανακάνει αυτές τις διαδρομές στο νησί”, σχολιάζει ο κ. Χατζημανώλης, “γιατί οι δρόμοι αυτοί ανοίχθηκαν μετά το ’54. Άσε που τότε αυτοί που ζούσαν στη Χώρα, για λόγους ανωτερότητας, δεν έφευγαν εύκολα να πάνε στην επαρχία… Μακάρι να είναι καλά στην υγεία του και να ξαναοργώσει έτσι τη Χίο!”. Εμείς ευχόμαστε να είναι πάντα καλά. Χρόνια πολλά σε εφημερίδα, εκδότη, συνεργάτες και αναγνώστες και να διαβάζουμε καλές ειδήσεις!
Υστερόγραφο: Θεωρώ ότι δεν κάλυψα “τίποτα” απ’ όλα αυτά που στοιχειοθετούν το “Νέο Κόσμο”, τους ανθρώπους του, τον ιδρυτή του και τις ανησυχίες και επιθυμίες των αναγνωστών του. Ίσως και να αποτελεί ουτοπία η επιθυμία μου. Η αλήθεια τους βρίσκεται στις εκδόσεις 50 χρόνων. Καλή συνέχεια! Εγώ προσπάθησα να σας δώσω κάποιες πινελιές από τη ζωή, τις αναμνήσεις και τις απόψεις του Δημήτρη Γκόγκου, όπως τις “εισέπραξα” λίγες ώρες που πέρασα μαζί του στο αγαπημένο του νησί, τη Χίο.





