* ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΟΤΤΟΡΟΣ: ΝΟΤΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ

Οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα
ο ακάθιστος γλάρος ο αργοπλεύστης…
Αξιον Εστί
Αξιον εστί το πόνημα του Μανώλη Κόττορου όχι διότι μας παρουσιάζει μια (ακόμα) συλλογή παραδοσιακών σκοπών των Δωδεκανήσων αλλά διότι το κάνει με σοβαρότητα, με τέχνη, με πάθος για την ανίχνευση και την απόδοση της ουσίας που βγαίνει από το σώμα της μουσικής που διασώζει η παράδοση.
Νότιες Σποράδες, αντί για Δωδεκάνησα, και ίσως θα άξιζε τον κόπο να το ξαναδούμε, ως ζήτημα γεωγραφίας, μια και ο όρος «Δωδεκάνησα» δεν ανταποκρίνεται, και τόσο, στην πραγματικότητα καθώς, αφ’ ενός τα νησιά δεν είναι δώδεκα αλλά πολύ περισσότερα, αφ’ ετέρου η ονομασία «Δωδεκάνησα» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Νεότουρκους το 1908 και από τότε καθιερώθηκε. Σποράδες ονόμασαν οι αρχαίοι Ελληνες όλα τα νησιά από τις Κυκλάδες, εξαιτίας της σποραδικής θέσης τους στο Αιγαίο.
Εκτός, όμως, από γεωγραφικές, έχουμε εδώ και μουσικές (κυρίως) προτάσεις του νέου και προικισμένου βιολιστή Μανώλη Κόττορου. Προτάσεις περί προσεγγίσεως του παραδοσιακού μουσικού υλικού μιας ιδιαίτερης περιοχής της χώρας που και αυτή, όπως και άλλες, έχει πολλές φορές κακοπάθει από διάφορες τουριστικές, μα και ψευτοκαλλιτεχνικές «αξιοποιήσεις» και εκχυδαΐσεις, που έχουν διαπράξει οι σταρ της εμπορικής δισκογραφίας.
Μαζί με το υπόλοιπο Αιγαίο, και το Νοτιοανατολικό, υπήρξε πάντοτε (και ιδίως από τότε που η Κωνσταντινούπολη έλαμψε στον κόσμο ως η «βασιλίς των πόλεων» μα και σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας) θέατρο μεγάλων γεγονότων, πολέμων, αναστατώσεων, υποδουλώσεων κ.λπ. αλλά και χώρος υλικής και πνευματικής άνθησης αφού η επικοινωνία με το παγκόσμιο κέντρο (την Κωνσταντινούπολη) γινόταν κυρίως διά θαλάσσης, καθώς η μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων ήταν πιο εύκολη και πιο ασφαλής από τα δρομολόγια μέσα από τους ορεινούς όγκους της στεριάς. Ολα αυτά έχουν αποτυπωθεί και έχουν διαμορφώσει τη φύση, τις παραδόσεις, τους θρύλους και βέβαια τη λαϊκή τέχνη των κατοίκων των νησιών. Τα πραγματικά παραδοσιακά τραγούδια των νησιών (όπως και όλα τα πραγματικά παραδοσιακά τραγούδια) διασώζουν γενικότερα όχι μόνο τις συγκινήσεις της λαϊκής ψυχής από τα δεινά των ταραγμένων αιώνων αλλά κάνουν και φανερή (τεκμηριώνουν) τη γνησιότητα του σχήματος, της μορφής, καθώς και των αιτίων που κάνουν τη λαϊκή τέχνη να θεωρείται, και να είναι, κάτι άλλο από τη λόγια, την αστική, την εμπορική και όποια άλλη τέχνη.
Ο Μανώλης Κόττορος, με το βιολί, τη φωνή του και μια ομάδα καλών μουσικών, παρουσιάζει εδώ μια επιλογή από τραγούδια και χορούς των νησιών του Νοτιοανατολικού Αιγαίου σε μια ξεχωριστή ερμηνευτική εκδοχή, θα μπορούσαμε να πούμε από τις πιο ενδιαφέρουσες που μπορεί κανείς να βρει στη δισκογραφία. Οι εγγραφές του Κόττορου ξεχωρίζουν, κατά τη γνώμη μου, όχι τόσο για την τεχνική τους αρτιότητα (αυτό είναι άλλωστε αυτονόητο και εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε μουσική εκτέλεση) αλλά κυρίως για το ότι κατορθώνει να συνδυάσει, στο παίξιμό του, με σαφήνεια και καθαρότητα την τεχνική με την υφολογική συνέπεια. Αυτό έχει τη σημασία του καθώς, ορισμένοι που θεωρητικολογούν περί του ύφους, του χρώματος και της γνησιότητας της παραδοσιακής μουσικής, έχουν δημιουργήσει την (εσφαλμένη) εντύπωση πως η «γνησιότητα» και η υψηλή τεχνική δεν συμβαδίζουν. Αντίληψη που κατάγεται από την εποχή που, κατά κανόνα, μόνο χωρικοί ερασιτέχνες έπαιζαν όπως όπως τη δημοτική μουσική, λες και υπάρχει μουσική που δεν απαιτεί να παίζονται σωστά και ωραία οι νότες της.
Ιδιαιτέρως μελετημένα και καλοπαιγμένα είναι ορισμένα κομμάτια, όπως το τραγούδι του Προύζου (άλλως «Μπρατσέρα»). Δύο χαρακτηριστικά του (που συνήθως δεν τα σέβονται αρκετοί εκτελεστές) είναι αφ’ ενός η λέξη «τεμόνι», την οποία μερικοί νεότεροι τραγουδιστές διορθώνουν τάχα κάνοντάς την τιμόνι. Η λέξη είναι η μεσαιωνική «τεμώνιν» που προήλθε εκ του λατινικού temo που σημαίνει αυχήν (πηδάλιο), αφ’ ετέρου ο περιορισμός της αρμονικής συνοδείας στα εντελώς απαραίτητα ακόρντα. Παρομοίως τα τραγούδια «Αγάντα γιαλέσα», το «Μαρούλι», «Ω σι(γ)ανέ μου ποταμέ» με την τσαμπούνα του Θεολόγου Γρίλλη κ.ά. αποτελούν, χωρίς υπερβολή, στολίδια της νησιωτικής δισκογραφίας.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 21/03/2007







