ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΤΑ ΝΕΑ
Ώριμη παιδικότητα
Της Πόπης Διαμαντάκου diaman@dolnet.gr
Το τελευταίο επεισόδιο της σειράς «Παρά πέντε», που αγαπήθηκε για την «ώριμη παιδικότητά» της από όσους είναι παιδιά, αλλά και από όσους θυμούνται ακόμη πώς είναι να είσαι παιδί, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό από αυτό το ειλικρινές μελό
Ταιριαστό στη σειρά, που δεν εγκατέλειψε ούτε για μια στιγμή την πίστη στο χιούμορ και την παιδικότητα, το γλυκόπικρο φινάλε της
Συγκινητικό. Σαν τα παλιά μελό, πασπαλισμένα αλήθειες της ζωής σαν ζάχαρη άχνη από μαμαδίστικο κέικ. Και την ίδια στιγμή πικρό σαν τη γεύση του πρώτου καφέ, του πρώτου τσιγάρου, της πρώτης απόρριψης, της πρώτης απώλειας. Εκεί πίσω έψαξε ο Γιώργος Καπουτζίδης, στα χρόνια της νιότης που αγαπάει απόλυτα και για πάντα, στα χρόνια του μεταίχμιου από την παιδική ηλικία στην πρώτη ωριμότητα, που ανακαλύπτει τη γλυκόπικρη γεύση της πραγματικότητας, για να δώσει το πιο ειλικρινές φινάλε στη σειρά που δεν έχασε το κέφι της ούτε στιγμή. Και που στο τέλος έδειξε την πηγή του.
Κάθε στιγμή μια χαρά και μια λύπη μαζί, για να κερδίσουν οι χαρές μέχρι που να πάρουν κεφάλι οι λύπες.
Ο Σπύρος χάνει τη γιαγιά Σοφία. Φεύγει μισοσκεπασμένη με την κουβερτούλα της στον καναπέ της (αυτόν που σε τόσα επεισόδια καθόταν με τη Θεοπούλα ανταλλάσσοντας αμίμητες ατάκες), ενώ κρατά σφιχτά το χέρι του εγγονού της, του Σπύρου. Άγρια στιγμή, όπως είναι ο θάνατος, αλλά μαζί και ιδανική, αφού εκείνη φεύγει έτσι όπως το είχε ονειρευτεί, κρατώντας το χέρι του αγαπημένου της Σπύρου, ευτυχισμένη, δίπλα του.
Άγρια στιγμή, όπως είναι η οριστική απώλεια, αλλά ο Σπύρος θα ανακαλύψει σιγά σιγά, μέσα από τα ημερολόγια που άφησε η γιαγιά, πως ναι, οι άνθρωποι φεύγουν- τελειώνουν- αλλά όσα τους ένωσαν μένουν όσο υπάρχει ζωή που συνεχίζεται (μια εξαιρετική στιγμή του Καπουτζίδη). Μηνύματα ζωής που μοιάζουν ξεχασμένα. Ίσως μιας άλλης ζωής, των παιδικών παραμυθιών, των παλιών καιρών, πριν από το μεγάλωμα.
Εκεί πίσω στα σύνορα της παιδικότητας με την ενηλικίωση βρήκε το «Παρά πέντε» το φινάλε που του ταίριαζε. Και ήταν ένα μείγμα μεταφυσικού παραμυθιού- από αυτά που φτιάχνει η ανάγκη να δεχθούν οι παιδικές ψυχές (και όσες τους μοιάζουν) την απώλεια- και πραγματικότητας, που την ομορφαίνει η φιλία και η συντροφικότητα. Η Αμαλία δεν ήταν παρά ένας «άγγελος», που ήρθε να βοηθήσει την παρέα των πέντε να τα βγάλουν πέρα με το κυνήγι του κακού. Υπήρξε αεροσυνοδός στο μοιραίο αεροπλάνο. Σκοτώθηκε και εκείνη μαζί με τους αγαπημένους της παρέας των πέντε.
Το «παιχνίδι» μεταξύ πραγματικού και φανταστικού το αναθέτει ο Καπουτζίδης στους δημοσιογράφους (όπως τους ανήκει στις μιντιακές εποχές μας), όπου εν προκειμένω τους συμβολίζει η Λιάνα Κανέλλη. Αυτή δίνει στον Φώτη την πρώτη του σοβαρή, δημοσιογραφική δουλειά, να πάρει συνέντευξη από ένα κορίτσι που ζει στη Ρόδο και είναι οροθετικό (φορέας του ΑΙDS). Στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, αλλά το κερδίζει η ζωή. Φίλη της η Αμαλία, οι δυο τους κολλητές και μέλη μιας παρέας κι εκείνες των πέντε συμμαθητών και μετά φίλων, που σκόρπισαν όταν χάθηκε η Αμαλία. Πηγαινοέρχεται το τελευταίο επεισόδιο από τον θάνατο στη ζωή, από την ευτυχία στην απώλειά της, από την πραγματικότητα στο φανταστικό. Σαν παραμύθι το τέλος μιας σειράς παραμυθένιας, που γι΄ αυτό αγαπήθηκε. Ο κακός πρωθυπουργός αυτοκτονεί, οι δύο της συμμορίας του κλείνονται στη φυλακή, αλλά μετανοούν και τηλεφωνούν στον Σπύρο για να τον συλλυπηθούν, η Ντάλια αποκτά δίδυμα από μια βραδιά έρωτα με τον πρώην διαχειριστή της περιουσίας της, εκείνος φεύγει, για να επιστρέψει έξι χρόνια μετά και να μείνει κοντά της και κοντά στα παιδιά τους, ο Σπύρος πενθεί τη γιαγιά μέχρι που από τα ημερολόγιά της παίρνει το δικό του ιδανικό μάθημα ζωής: «Νόμιζα ότι θα μπορούσα να νικήσω τον θάνατο. Αυτόν όμως δεν τον νίκησε ποτέ κανείς. Σημασία έχει να κερδίσεις τη ζωή».
Απλό και γι΄ αυτό πολύτιμο. Και πολυτιμότερο γιατί μεγάλο, αν όχι το μεγαλύτερο μέρος, των θεατών της σειράς ήταν παιδιά και έφηβοι. Και είχαν για πρώτη φορά μια ιστορία που δεν πρόδιδε την τρυφερότητα, που δεν ειρωνευόταν την αγάπη, που δεν αποποιούνταν τη συντροφικότητα για χάρη του προσωπικού, του ατομικού, που δεν ξεχνούσε τη γλύκα των απλών, των απλοϊκών στιγμών, που δεν ζητούσε από αυτά ούτε το ευτελές ξέσπασμα του χαβαλέ ούτε την υπέρβαση της ηλικίας τους για να πιθηκίσουν τα σουσούμια των γονιών τους. Τους μάθαινε ότι υπάρχει «για πάντα» όταν πιστεύουν σε αυτό.
Και δεν ήταν άλλο από ένα γλυκόπικρο φινάλε, έτσι όπως άξιζε να τελειώσει μια σειρά που δεν εγκατέλειψε ούτε λεπτό το χιούμορ αλλά και την τρυφερότητα, δεν απομακρύνθηκε από την παιδιάστικη αγαθοσύνη αλλά και από τη συνείδηση της αξίας της, όταν χάνεται.
Το είδαν 3.000.000
Σ.σ. chiosnews.com: η κριτική έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Χίο, μιας και τη συγκεκριμένη μέρα οι τηλεοπτικοί σταθμοί είχαν σιγήσει στο νησί λόγω της διακοπής στην ηλεκτροδότηση του οικίσκου του Δήμου Χίου από όπου τροφοδοτούνται και οι κεραίες των τηλεοπτικών σταθμών.
Οσο για τη σειρά, μπορεί το δέυτερο χρόνο να είχε κοιλιά και να μας παίδεψαν με τις επαναλήψεις αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι ίσως ήταν η ΜΟΝΗ σειρά όπου οι βωμολοχίες δεν είχαν θέση. Και αυτό στις μέρες μας πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα για τη δουλειά του Καπουτζίδη αφού επέτρεπε να το παρακολουθούν και παιδιά χωρίς το άγχος ποια θα είναι η λέξη που θα ξεστομίσουν στην επόμενη σκηνή οι ηθοποιοί…
Διαφήμιση







