Χωρίς τίτλο ευγενίας…
της Ευγενίας Ασλανίδη
της Ευγενίας Ασλανίδη
Τις συναντώ το πρωί, την ώρα που βγαίνω από το σπίτι για να πάω στη δουλειά.
Είναι οι κυρίες των εξήντα και των εβδομήντα Μαϊων, που έχουν πια μεγαλώσει τα παιδιά τους, έχουν απαλλαγεί από τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντί τους, όσο μπορεί να το πει αυτό μια Ελληνίδα μάνα, και απολαμβάνουν τη ζωή.
Από την εμφάνισή τους καταλαβαίνω και τον προορισμό τους.
Αν είναι πρόχειρα ντυμένες πάνε για τα ψώνια της ημέρας. Μέχρι το παζάρι, το πολύ- πολύ μέχρι την αρχή της Απλωταριάς.
Αν πρόκειται να πάνε λίγο παραμέσα στην πλατεία, είναι ντυμένες καλύτερα. Αν είναι δε με παρέα, ξέρω πως μετά τα ψώνια θα πάνε για καφέ. Σε σπίτια ή σε καφετερία. Μου το επιβεβαιώνουν αν τύχει και γνωριζόμαστε.
Συνήθως κυκλοφορούν με το μαλλί στην τρίχα.
Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε βάζω στοίχημα πως πάνε κομμωτήριο. Και το κερδίζω πάντα…
«Όταν είσαι είκοσι, τριάντα χρόνων δεν έχει και τόση σημασία, να βγαίνεις με ατημέλητο μαλλί», έλεγε η μάνα μου που τα τελευταία χρόνια όταν πια είχε απαλλαγεί από τα έξοδα των παιδιών της και είχε θέσει άλλες προτεραιότητες στη ζωή της, κάθε δεκαπέντε όλο και κάτι πονούσε για να κατέβει στη χώρα, στο γιατρό, και με την ευκαιρία να χτενίσει και το μαλλί της. Εμείς βέβαια ξέραμε πως κατέβαινε για το μαλλί και με την ευκαιρία πήγαινε και στο γιατρό, μα δεν της το δείξαμε ποτέ…
Τις συναντώ κάθε απόγευμα που επιστρέφω από τη δουλειά.
Σπανίως μια- μια. Αυτή την ώρα κυκλοφορούν πάντα με παρέες από δύο και πάνω, και πάντα του κουτιού. Από την κορυφή ως τα νύχια.
Τις παρατηρώ αν τύχει και προχωρώ πίσω τους: κομψό φίνο ντύσιμο, ακόμα και αν τα χρόνια έχουν αφήσει σημάδια στο πάλαι ποτέ λυγερόκορμο σώμα.
«Ένα λαστεξάκι, να φοράς πάντα όταν ντύνεσαι καλά, δεν είσαι πια μπεμπέκα», έλεγε στην κόρη της η μάνα μιας φίλης, η μόνη που έχει δικαίωμα να της μιλά έτσι…
Γόβα πάντα γυαλισμένη συνήθως χαμηλοτάκουνη, με κλασική μύτη, και κάλτσα στο χρώμα του ποδιού χωρίς ίχνος τραβήγματος.
«Μην πιάνεις τις κάλτσες με γυμνά χέρια και τις γεμίζεις τραβήγματα που μετά χτυπούν άσχημα στο πόδι. Βάζε ένα ζευγάρι γάντια, ό,τι να’ ναι, ή αν δεν έχεις, λίγη κρέμα στα χέρια», σα να ακούω την κυρά-Μαρία…
Τις προσπερνώ αναγκαστικά, έτσι όπως προχωρούν αργά, ο χρόνος δεν τις κυνηγά πια… Ένα διακριτικό άρωμα μου χαϊδεύει τα ρουθούνια, καθώς περνώ δίπλα τους. Στα χείλη μου ένα τρυφερό χαμόγελο χαράσσεται.
Να ‘στε καλά αρχόντισσές μου…
Είναι οι κυρίες των εξήντα και των εβδομήντα Μαϊων, που έχουν πια μεγαλώσει τα παιδιά τους, έχουν απαλλαγεί από τις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντί τους, όσο μπορεί να το πει αυτό μια Ελληνίδα μάνα, και απολαμβάνουν τη ζωή.
Από την εμφάνισή τους καταλαβαίνω και τον προορισμό τους.
Αν είναι πρόχειρα ντυμένες πάνε για τα ψώνια της ημέρας. Μέχρι το παζάρι, το πολύ- πολύ μέχρι την αρχή της Απλωταριάς.
Αν πρόκειται να πάνε λίγο παραμέσα στην πλατεία, είναι ντυμένες καλύτερα. Αν είναι δε με παρέα, ξέρω πως μετά τα ψώνια θα πάνε για καφέ. Σε σπίτια ή σε καφετερία. Μου το επιβεβαιώνουν αν τύχει και γνωριζόμαστε.
Συνήθως κυκλοφορούν με το μαλλί στην τρίχα.
Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε βάζω στοίχημα πως πάνε κομμωτήριο. Και το κερδίζω πάντα…
«Όταν είσαι είκοσι, τριάντα χρόνων δεν έχει και τόση σημασία, να βγαίνεις με ατημέλητο μαλλί», έλεγε η μάνα μου που τα τελευταία χρόνια όταν πια είχε απαλλαγεί από τα έξοδα των παιδιών της και είχε θέσει άλλες προτεραιότητες στη ζωή της, κάθε δεκαπέντε όλο και κάτι πονούσε για να κατέβει στη χώρα, στο γιατρό, και με την ευκαιρία να χτενίσει και το μαλλί της. Εμείς βέβαια ξέραμε πως κατέβαινε για το μαλλί και με την ευκαιρία πήγαινε και στο γιατρό, μα δεν της το δείξαμε ποτέ…
Τις συναντώ κάθε απόγευμα που επιστρέφω από τη δουλειά.
Σπανίως μια- μια. Αυτή την ώρα κυκλοφορούν πάντα με παρέες από δύο και πάνω, και πάντα του κουτιού. Από την κορυφή ως τα νύχια.
Τις παρατηρώ αν τύχει και προχωρώ πίσω τους: κομψό φίνο ντύσιμο, ακόμα και αν τα χρόνια έχουν αφήσει σημάδια στο πάλαι ποτέ λυγερόκορμο σώμα.
«Ένα λαστεξάκι, να φοράς πάντα όταν ντύνεσαι καλά, δεν είσαι πια μπεμπέκα», έλεγε στην κόρη της η μάνα μιας φίλης, η μόνη που έχει δικαίωμα να της μιλά έτσι…
Γόβα πάντα γυαλισμένη συνήθως χαμηλοτάκουνη, με κλασική μύτη, και κάλτσα στο χρώμα του ποδιού χωρίς ίχνος τραβήγματος.
«Μην πιάνεις τις κάλτσες με γυμνά χέρια και τις γεμίζεις τραβήγματα που μετά χτυπούν άσχημα στο πόδι. Βάζε ένα ζευγάρι γάντια, ό,τι να’ ναι, ή αν δεν έχεις, λίγη κρέμα στα χέρια», σα να ακούω την κυρά-Μαρία…
Τις προσπερνώ αναγκαστικά, έτσι όπως προχωρούν αργά, ο χρόνος δεν τις κυνηγά πια… Ένα διακριτικό άρωμα μου χαϊδεύει τα ρουθούνια, καθώς περνώ δίπλα τους. Στα χείλη μου ένα τρυφερό χαμόγελο χαράσσεται.
Να ‘στε καλά αρχόντισσές μου…
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, 12/11/2007 (dimokratiki.org)
Διαφήμιση







