Το άρθρο της Κάκιας Μπαλλή που δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή το εντοπίσαμε στο blog ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ( http://aristeroparathiro.pblogs.gr/ )
Φτωχή, φτηνή, αναλώσιμη. Η Λι Πινγκ είναι μία από τα εκατομμύρια των εποχιακών εργατών που ήρθαν από την επαρχία στο Πεκίνο να δουλέψουν στα ολυμπιακά εργοτάξια. Είναι 17 χρονών, ζει τρία χρόνια στην κινεζική πρωτεύουσα και δεν έχει δει ούτε καν την πλατεία της Ουράνιας Γαλήνης. Ο πατέρας της ξέρει απ’ έξω κι από μέσα τη “φωλιά του πουλιού”- εκεί δούλευε αυτά τα τρία χρόνια. Για την Λι όλος ο κόσμος είναι ένα ασανσέρ, δύο επί δύο, με τοίχους από αλουμίνιο και 23 κουμπιά -υπόγειο μέχρι 18ο όροφο, σήμα κινδύνου, κλείσιμο και άνοιγμα της πόρτας. Αυτά τα κουμπιά θα μπορούσαν να τα πατάνε μόνοι τους οι ένοικοι της πολυκατοικίας, αλλά η Λι είναι τόσο φτηνή που χαλάλι το σέρβις. Τις ώρες της αναμονής πρώτα διάβαζε ρομάντζα, τώρα μαθαίνει αγγλικά. Για να θυμάται το όνειρό της: να σπουδάσει μια μέρα στην Αγγλία. Πιο πιθανό είναι να πάει στο φεγγάρι.
Η Λι ήταν 14 όταν έφτασε με τον πατέρα της και την αδερφή της στο Πεκίνο, μία από τα τρία εκατομμύρια των εργατών, για τους οποίους κανείς δεν είναι αρμόδιος στην κινεζική πρωτεύουσα.
Συνολικά 150 εκατομμύρια άνθρωποι άφησαν τα χωριά τους για να γλιτώσουν την πείνα, για να βρουν την τύχη τους στις πόλεις τα τελευταία 15 χρόνια. Δουλεύουν στα εργοτάξια, στα εργοστάσια, ακόμη και σε ασανσέρ για ένα- δυο ευρώ την ημέρα. Ασφάλιση δεν έχει σχεδόν κανείς τους, οι περισσότεροι ούτε καν συμβόλαιο, όσοι πληρώνονται κανονικά θεωρούνται τυχεροί. Επισήμως δεν έχουν άδεια παραμονής στις πόλεις κι αυτό κάνει τη ζωή τους ακόμη πιο δύσκολη. Πολλοί δεν μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, ελάχιστοι έχουν την ευκαιρία να τα στείλουν στο πανεπιστήμιο. Αυτοί οι εργάτες έχτισαν τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις της Κίνας -;και τα ολυμπιακά έργα- αλλά είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ανά πάσα στιγμή αναλώσιμοι. Οι πιο τυχεροί μένουν στα εργοτάξια όπου δουλεύουν ή στους κοιτώνες των εργοστασίων.
Η Λι ζει με τον πατέρα της και την αδερφή της σε ένα δωμάτιο στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Δύο στρώματα, μία αιώρα. Τα λίγα που κερδίζουν τα στέλνουν στο χωριό, στη μητέρα και τον μικρό αδερφό. Τουλάχιστον αυτός να τελειώσει το σχολείο και να σπουδάσει.
Μια Κυριακή το μήνα η Λι έχει ρεπό, κάνει βόλτες στις πλατείες και την αγορά της γειτονιάς της, μπορεί και να αγοράσει ένα κοκαλάκι για τα μαλλιά. Συχνά την πιάνει το παράπονο, αλλά ακόμη συχνότερα χαμογελάει. Η ζωή της -;όσο κι αν ακούγεται απίστευτο- είναι καλύτερη απ’ ό,τι στο χωριό. Και ελπίζει ότι θα γίνει ακόμη καλύτερη, αν βρει μια άλλη δουλειά.
Η Λι ήταν 14 όταν έφτασε με τον πατέρα της και την αδερφή της στο Πεκίνο, μία από τα τρία εκατομμύρια των εργατών, για τους οποίους κανείς δεν είναι αρμόδιος στην κινεζική πρωτεύουσα.
Συνολικά 150 εκατομμύρια άνθρωποι άφησαν τα χωριά τους για να γλιτώσουν την πείνα, για να βρουν την τύχη τους στις πόλεις τα τελευταία 15 χρόνια. Δουλεύουν στα εργοτάξια, στα εργοστάσια, ακόμη και σε ασανσέρ για ένα- δυο ευρώ την ημέρα. Ασφάλιση δεν έχει σχεδόν κανείς τους, οι περισσότεροι ούτε καν συμβόλαιο, όσοι πληρώνονται κανονικά θεωρούνται τυχεροί. Επισήμως δεν έχουν άδεια παραμονής στις πόλεις κι αυτό κάνει τη ζωή τους ακόμη πιο δύσκολη. Πολλοί δεν μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, ελάχιστοι έχουν την ευκαιρία να τα στείλουν στο πανεπιστήμιο. Αυτοί οι εργάτες έχτισαν τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις της Κίνας -;και τα ολυμπιακά έργα- αλλά είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ανά πάσα στιγμή αναλώσιμοι. Οι πιο τυχεροί μένουν στα εργοτάξια όπου δουλεύουν ή στους κοιτώνες των εργοστασίων.
Η Λι ζει με τον πατέρα της και την αδερφή της σε ένα δωμάτιο στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Δύο στρώματα, μία αιώρα. Τα λίγα που κερδίζουν τα στέλνουν στο χωριό, στη μητέρα και τον μικρό αδερφό. Τουλάχιστον αυτός να τελειώσει το σχολείο και να σπουδάσει.
Μια Κυριακή το μήνα η Λι έχει ρεπό, κάνει βόλτες στις πλατείες και την αγορά της γειτονιάς της, μπορεί και να αγοράσει ένα κοκαλάκι για τα μαλλιά. Συχνά την πιάνει το παράπονο, αλλά ακόμη συχνότερα χαμογελάει. Η ζωή της -;όσο κι αν ακούγεται απίστευτο- είναι καλύτερη απ’ ό,τι στο χωριό. Και ελπίζει ότι θα γίνει ακόμη καλύτερη, αν βρει μια άλλη δουλειά.
Διαφήμιση







