Αφοσίωση και ανιδιοτέλεια
Της Oλγας Σελλα
Γιάννης Μακριδάκης
«Η δεξιά τσέπη του ράσου»
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 143
Κι όμως το βιβλίο αυτού του ανήσυχου νέου συγγραφέα που ζει στη Χίο δεν είναι απλώς ένα τρυφερό φιλοζωικό ανάγνωσμα. Είναι πολλά περισσότερα. Είναι μια διαφορετική, λοξή ματιά για το πένθος και τον πόνο του θανάτου. Τον σιωπηλό πόνο, τον βαθύ, τον απεριόριστο για ένα πλάσμα ταπεινό όσο μια σκυλίτσα και την ίδια στιγμή μια ματιά πάνω σ’ ένα δημόσιο πένθος, όπως αυτό του θανάτου του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.
Ενας μοναχός από τη μια, σε κάποιο νησί του Αιγαίου σ’ ένα ξεχασμένο κι απομακρυσμένο μοναστήρι, κι ένας αρχιεπίσκοπος από την άλλη. Η ταπεινή όψη της θρησκείας και η δημόσια, επιβλητική της έκφραση βαδίζουν παράλληλα σ’ αυτή τη νουβέλα που εκπλήσσει ευχάριστα: για τη γλώσσα της που μοιάζει να έχει ενσωματώσει την παράδοση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, για τη ζωντάνια των συναισθημάτων, για τον ευφυή παραλληλισμό των δύο όψεων της πίστης.
Ομως η νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη δεν μένει μόνο στην όψη του θανάτου και της πίστης. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ζωή. Ο μοναχός Βικέντιος αφοσιώνεται στο να διασώσει τα τρία κουτάβια της Σίσσυς, στο να καταφέρει να τα μεγαλώσει μέσα στις αντίξοες συνθήκες του κρύου, παλιού μοναστηριού. Για να το καταφέρει, για να νιώθουν τη ζεστασιά του σώματος, ο Βικέντιος τα κουβαλάει τυλιγμένα σε μια κάλτσα στη δεξιά τσέπη του ράσου του στη διάρκεια της μέρας. «Εχωσε το χέρι του στην τσέπη και το ανασήκωσε, έβγαλε τα μπροστινά του ποδαράκια έξω και πέρασε το τσεπόχειλο κάτω από τις μασχαλίτσες του. Απόμεινε αυτό να, κρεμάμενο, με το κορμάκι του μέσα στην τσέπη και τα τυφλά ματάκια του κατάφατσα στον πρωινό ήλιο».
Ενα κείμενο που δεν μένει μόνο στη λογοτεχνική απόλαυση (η οποία είναι αναμφισβήτητη), αλλά που θίγει μ’ έναν υπαινικτικό τρόπο πολλά για τον ρόλο της θρησκείας και της πίστης, για την ειλικρινή αφοσίωση και την επίδειξη, για το δόσιμο χωρίς ανταπόδοση. Μόνο για το δόσιμο.






