Αρχική Απόψεις Aρθρα Ηλίας Ιωακείμογλου: Φταίνε οι μισθοί ή το ευρώ;

Ηλίας Ιωακείμογλου: Φταίνε οι μισθοί ή το ευρώ;

9

 Φταίνε οι μισθοί ή το ευρώ;
 
ΑΥΓΗ : 22/04/2010
Του Ηλία Ιωακείμογλου


Σχεδόν ολόκληρη η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις 35 ανταγωνίστριες χώρες, υπολογισμένο σε δολάρια, δηλαδή η αύξηση κατά 15%, οφείλεται στις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας (NEER) δηλαδή στην ανατίμηση του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων.
Από την στιγμή που όλοι ασχολούνται με την ελληνική κρίση, ακούγεται και γράφεται κατά κόρον ότι η ελληνική οικονομία πάσχει από σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Για το πρόβλημα αυτό ενοχοποιείται η μεγάλη αύξηση των ονομαστικών μισθών. Μάλιστα, η αγαπημένη σύγκριση των “αναλυτών” είναι ο ρυθμός αύξησης του μέσου ονομαστικού μισθού στην Ελλάδα με τον αντίστοιχο στη Γερμανία.
Η σύγκριση αυτή χρησιμοποιείται ως βάση για την ιδεολογική αποδοχή της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή της μείωσης των ονομαστικών μισθών ως μέσο για τη μείωση των τιμών, άρα και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Η σύγκριση, όμως, είναι λανθασμένη: ?Πρώτον, η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες μεταξύ των οποίων ένας είναι οι μισθοί. Οι μισθοί επηρεάζουν άμεσα μόνον μια πλευρά της ανταγωνιστικότητας που είναι η ανταγωνιστικότητα κόστους. ?Δεύτερον, όταν θέλουμε να φτάσουμε σε συμπεράσματα σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα κόστους, ποτέ δεν συγκρίνουμε μισθούς μεταξύ χωρών αλλά το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (διότι έχει σημασία εάν με το ίδιο ύψος μισθών παράγεις λιγότερο ή περισσότερο προϊόν).
Τρίτον, δεν συγκρίνουμε ποτέ το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα με το αντίστοιχο στη Γερμανία ή σε κάποια άλλη μεμονωμένη χώρα, αλλά συγκρίνουμε με το σύνολο των χωρών με τις οποίες διεξάγεται το εξωτερικό μας εμπόριο (αγαθών και υπηρεσιών) σταθμίζοντας με το βάρος που έχει κάθε χώρα στις εξαγωγές μας και τις εισαγωγές μας. ?Τέταρτον, παίρνουμε υπόψη στους υπολογισμούς μας και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για μια τίμια και ορθή σύγκριση, και μια τέτοια σύγκριση μας δείχνει τα εξής: Με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα, για το σύνολο της οικονομίας, υπολογισμένο σε δολάρια και συγκρινόμενο με το αντίστοιχο μέγεθος των 35 άλλων αναπτυγμένων χωρών του πλανήτη (λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής και της κλαδικής κατανομής του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας με αυτές τις 35 χώρες) αυξήθηκε στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2000-2009, κατά 15%.
Η αύξηση αυτή, που δείχνει μια σοβαρή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας κόστους, είναι υπολογισμένη σε δολάρια, και δεν θα πρέπει να αποδίδεται στις απαιτήσεις των εργαζομένων αλλά στις αλλαγές της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επειδή οι ανταγωνίστριες χώρες δεν έχουν όλες κοινό νόμισμα με την Ελλάδα, αλλά διατηρούν τα δικά τους εθνικά νομίσματα, εάν θέλουμε να συγκρίνουμε την ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας (δηλαδή την ανταγωνιστικότητα στον βαθμό που εξαρτάται από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος) μεταξύ Ελλάδας και ανταγωνιστριών χωρών, τότε είναι ορθό να υπολογίσουμε το κόστος εργασίας στις διάφορες χώρες στο ίδιο νόμισμα (π.χ. σε δολάρια).
Εάν όμως θέλουμε να υπολογίσουμε πόσο επέδρασαν στην ανταγωνιστικότητα κόστους οι απαιτήσεις των μισθωτών, επομένως οι αυξήσεις των αποδοχών, τότε θα πρέπει να συγκρίνουμε τις αυξήσεις του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε εθνικά νομίσματα -αλλιώς θα έχουμε αποδώσει στις αυξήσεις των μισθών, μεταβολές που οφείλονται στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Θα εμφανίζεται, δηλαδή, κάθε ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι των νομισμάτων των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας ως αποτέλεσμα των υποτιθέμενων παράλογων απαιτήσεων των εργαζομένων.
Με βάση ακριβώς μια τέτοια λανθασμένη ανάλυση και τέτοια λανθασμένα συμπεράσματα καλούν τους εργαζόμενους σήμερα οι διεθνείς οργανισμοί, οι εργοδότες, η τηλεόραση και οι αξιωματούχοι του καθεστώτος να αναλάβουν την αναπλήρωση της απώλειας ανταγωνιστικότητας που οφείλεται στην ανατίμηση του ευρώ.
Επομένως, για να έχουμε την ορθή και τίμια εκτίμηση της επίπτωσης των απαιτήσεων των εργαζομένων στην ανταγωνιστικότητα τιμής πρέπει να εξετάσουμε τον δείκτη του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα σε σχέση με τους αντίστοιχους δείκτες των 35 άλλων βιομηχανικών χωρών, σε εθνικά νομίσματα, λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής και της κλαδικής κατανομής εκάστης χώρας στο εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας, έτσι ώστε στον δείκτη να μην περιλαμβάνεται η επίπτωση των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών.


Από τις μεταβολές του δείκτη αυτού (βλέπε στο διάγραμμα) προκύπτει ότι στη διάρκεια των ετών 1995-2009, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, συγκρινόμενο με το αντίστοιχο μέγεθος στις 35 βιομηχανικές χώρες, σε εθνικά νομίσματα, μειώθηκε κατά 2%. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ολόκληρη η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις 35 ανταγωνίστριες χώρες, υπολογισμένο σε δολάρια, δηλαδή η αύξηση κατά 15%, οφείλεται στις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας (NEER) δηλαδή στην ανατίμηση του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων.
Ο ισχυρισμός ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επιδεινώθηκε εξαιτίας των αυξήσεων των μισθών είναι λοιπόν απολύτως ψευδής. Οι απαιτήσεις των μισθωτών στην Ελλάδα αυξήθηκαν με τον ίδιο περίπου ρυθμό με τον μέσο όρο των ανταγωνιστριών χωρών (λαμβανομένων υπόψη και των διαφορετικών αυξήσεων της παραγωγικότητας). Για την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας τιμής ευθύνεται αποκλειστικά η ανατίμηση του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων. Η ανατίμηση αυτή δεν αντανακλά τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας αλλά των περισσότερο προηγμένων χωρών της ευρωζώνης


 

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΕυάγγελος Ηλ. Αγγελάκος:Χρέη, κλέη και Ιούλιος Καίσαρ
Επόμενο άρθροΣυνεδριάζει το ΔΣ του Επιμελητηρίου με συζήτηση για τον τουρισμό