Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννης Μακριδάκης: γάτα μετανάστης (αναδημοσίευση ΒΗΜΑ)

Γιάννης Μακριδάκης: γάτα μετανάστης (αναδημοσίευση ΒΗΜΑ)

28

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ – Τεύχος 06/8/2010

 

Αρθρογράφοι: ΑΦΙΕΡΩΜΑ

 

 

ΓΑΤΑ «ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ»

Η ιστορία μιας τουρκάλας γάτας που πέρασε απέναντι στη Χίο

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η κόρη μου είναι τρελή, δεν είναι στα καλά της, σας παρακαλώ πείτε της κι εσείς κάτι διότι θα βρούμε το μπελά μας, δε θα γυρίσουμε στην Αθήνα, απευθύνθηκε σε μένα, μπαϊλντισμένος πια ο άγνωστος κύριος όταν κατάλαβε πως είμαι Ελληνας. Μου έδειξε την εικοσι πεντάχρονη συμπαθέστατη κοπελίτσα που καθόταν μουτρωμένη λίγο παραπέρα και βαστούσε στοργικά στην αγκαλιά της μια πανέμορφη λευκή γατούλα. Εγώ χωρίς την Ιζμίρ δεν γυρίζω στην Αθήνα, μπορείς να φύγεις μόνος σου, θα μείνω εδώ, του είπε ήρεμα εκείνη αγνοώντας εντελώς την παρουσία μου και κάθησε σ’ ένα σκαλοπάτι κατάδρομα.

Εξω από τον Αγιο Χαράλαμπο του Τσεσμέ έλαβε χώρα το συμβάν, το κορίτσι, απ’ ό,τι με ενημέρωσε η ίδια κατόπιν, σπούδαζε επί εξάμηνο τουρκική γλώσσα στη Σμύρνη, είχε βρει στο δρόμο πριν μερικούς μήνες το μικρό ολόλευκο γατί της, το πήρε στο σπίτι και ήτανε πλέον τόσο πολύ δεμένη μαζί του, που δεν υπήρχε καμία περίπτωση να το άφηνε εκεί για να επιστρέψει στην Αθήνα μόνη της. Ο πατέρας της ήταν κατακκόκκινος, είχε πάει να τη βοηθήσει στο κουβάλημα της οριστικής επιστροφής της αλλά βρισκόταν εκείνη την ημέρα στα πρόθυρα του εγκεφαλικού.

Γάτες από την Τουρκία στην Ελλάδα δεν περνάνε, κι αν περάσουνε μένουνε σε καραντίνα δεν ξέρω κι εγώ πόσον καιρό αλλά λόγω που το τελωνείο της Χίου, όπου θα έφταναν εκείνοι από τον Τσεσμέ, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους κατόπιν προς Αθήνα, δεν διέθετε εγκαταστάσεις καραντίνας, η μικρή γατούλα ήταν καταδικασμένη σε ευθανασία στα σύνορα. Διότι να την ξανάστελναν μόνη της στην Τουρκία με το επόμενο καραβάκι δεν υπήρχε καμία περίπτωση. Το μπλέξιμο φαινόταν πράγματι δυσεπίλυτο και η κατάσταση του πατέρα, που ογδόντα χιλιόμετρα δρόμο, από Σμύρνη μέχρι Τσεσμέ, προσπαθούσε να πείσει την κόρη του ν’ αφήσει κάπου στη διαδρο μή τη γάτα ελεύθερη, φαινόταν πλέον, λίγο πριν φτάσει στον έλεγχο διαβατηρίων, τραγική.

Είχα μόλις επιστρέψει από πολυήμερη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη και θα περνούσα κι εγώ με το ίδιο καραβάκι από Τσεσμέ για Χίο. Τις προηγούμενες μέρες, στην Πόλη, στη γειτονιά του Τζιχάνγκιρ όπου έμενα, είχα διαπιστώσει την εξαιρετικά αρμονική συμβίωση που έχουν οι Τούρκοι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης με τα ζώα, ειδικά με τις γάτες. Το Τζιχάνγκιρ είναι ονομαστό για τις γάτες του, μου είχε πει η Εφη που ζει εκεί κάμπο σα χρόνια, και πράγματι το είδα με τα μάτια μου. Οπουδήποτε και να κυκλοφορούσες, σε οποιοδήποτε εστιατόριο, καφέ ή μπαρ κι αν καθόσουν, έβλεπες τις γατούλες πανέμορφες, γυαλιστερές, καλοθρεμμένες και πάνω απ’ όλα ήρεμες να κυκλοφορούν ανάμεσα στους περαστικούς και τους θαμώνες, να τρίβονται στα πόδια τους, να γουρ γουρίζουν και να κάθονται μαζί τους.

Μου είχε κάνει εντύπωση η ηρεμία των ζώων αλλά κατόπιν σκέφτηκα ότι είναι απόλυτα φυσιολογική αφού ζουν σε ένα περιβάλλον όπου κανείς και για κανένα λόγο δεν τις πειράζει ποτέ.

Οι γάτες στο Τζιχάνγκιρ, πιθανότατα και σε όλη την Τουρκία μιας και ήταν το αγαπημένο ζώο του Μωάμεθ – ο ίδιος προτιμούσε να βγει στο κρύο δίχως το μανδύα του παρά να ενοχλήσει τη γάτα που χουζούρευε πάνω σ’ αυτόν -, έχουν εντελώς διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο από αυτήν που έχουν οι γάτες στην Ελλάδα. Οι γάτες της Τουρκίας πιστεύουν, είναι βέβαιες, ότι οι άνθρωποι αγαπούν τις γάτες.
Δυο μέρες λοιπόν πριν συναντήσω αυ τή την παράξενη οικογένεια στον Τσεσμέ, είχα μπει στη διαδικασία να σκε φτώ πώς θα ένιωθε μια Τούρκισσα γάτα αν την έπαιρνε κάποιος ξαφνικά και τη μετέφερε ως «αδέσποτη» στο Κολωνάκι και έλεγα στον εαυτό μου με βεβαιότητα ότι το ζώο στην πρώτη κλωτσιά που θα φάει από αθηναϊκό παπούτσι, δε θα τρέξει να εξαφανιστεί αλλά θα παραμείνει να στέκει εκεί με ύφος παραξενεμένο, θα κοιτάζει τον άνθρωπο με απορία έκδηλη, νομίζοντας ίσως ότι αυτός σκουντούφλησε και άθελά του τη χτύπησε. Δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι οι άνθρωποι γύρω της δεν την αγαπάνε και δεν τη σέβονται, διότι αλλιώς θα είχε αντιληφθεί τον κόσμο ως τότε.
Αυτή η σκέψη ξαναγύρισε αμέσως στον νου μου όταν είδα την κοπελίτσα με τη γάτα στην αγκαλιά και τον πατέρα της να χτυπιέται αλλά δεν μίλησα. Πρακτικά εξάλλου δε μπορούσα να βοηθήσω την κατάστασή τους τη δεδομένη στιγμή καθώς βρισκόμουν εκτός έδρας.

Ετσι, κατευθυνθήκαμε όλοι μαζί προς το τουρκικό τελωνείο, το γατί μπήκε στην τσάντα που κρεμότανε στον ώμο του κοριτσιού, πέρασε από τον έλεγχο διαβατηρίων δίχως να το αντιληφθεί κανείς από τους νυσταγμένους Τούρκους υπαλλήλους και μπήκε μαζί μας στο καραβάκι.

Ο πατέρας πλέον δε μιλούσε στην κόρη του και σ’ όλη τη διάρκεια του ημί ωρου ταξιδιού προς Χίο καθότανε μόνος του, μακριά της. Εκείνη είχε πιάσει γωνία στο κατάστρωμα και φρόντιζε να μην κάνει αισθητή την παρουσία της η γατούλα, που παρέμενε κλεισμένη εντός της τσάντας και δεν έβγαζε ούτε μισό νιαούρισμα από το στόμα της, λες και καταλάβαινε τη λεπτότητα της θέσης της. Ετσι, κλεισμένη στην τσάντα και ήρεμη, δίχως να προδοθεί, πέρασε μετά από λίγα λεπτά (κατόπιν και κάποιας δικής μου μικρής συμβολής στη διάσπαση προσοχής του αρμόδιου υπαλλήλου – ήμουν εντός έδρας πια και μπορούσα να βοηθήσω) και τον ενδελεχή έλεγχο αποσκευών στο τελωνείο της Χίου και βγήκε έξω στον ελληνικό καθαρό αέρα για να αρχίσει τη νέα της ζωή στην άλλη μεριά του Αιγαίου.

Ελπίζω, μιας και ήδη πέρασε κάμπο σος καιρός από τη λαθραία είσοδό της στην Ελλάδα, η Ιζμίρ να μην έχει απο ρήσει ακόμα για τα σκουντουφλήματα κάποιου περαστικού πάνω της και να μην έχει αφήσει την τελευταία της πνοή με μάτια γεμάτα απορία επειδή έγινε τόσο καυτερός μέσα στην κοιλιά της ο μεζές που της έδωσε μια μέρα κάποια γειτόνισσα.

 

 

Διαφήμιση