Αρχική Απόψεις Aρθρα Ιάκωβος Καμπανέλλης: Ο άνθρωπος που άλλαξε το θέατρο, της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Ο άνθρωπος που άλλαξε το θέατρο, της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

32

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Ο άνθρωπος που άλλαξε το θέατρο

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 
Το πρώτο έργο του, ο «Χορός πάνω στα Στάχυα», ανεβαίνει το 1950 από το θίασο του Αδαμάντιου Λεμού. Επτά χρόνια αργότερα, ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, «Η Αυλή των Θαυμάτων», φτάνει στα χέρια του Καρόλου Κουν. Δεν είναι μια τυχαία «συνάντηση».

 Η παράσταση με τα σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη, τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και με πρωταγωνιστές τους Δ. Χατζημάρκο, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Νέλλη Αγγελίδου, Γ. Λαζάνη γίνεται γεγονός. Στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης δεν έπεφτε καρφίτσα 182 φορές!

Η παράσταση του Κουν γίνεται αυτομάτως το ορόσημο που σηματοδοτεί την αρχή του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου. Η «Αυλή των Θαυμάτων» είναι άλλωστε το έργο που κοιτάει κατάματα την πραγματικότητα, καταγράφοντας χωρίς εξωραϊσμούς τη νεοελληνική κοινωνική κατάσταση. Συγχρόνως, είναι το ξεκίνημα της σταθερής «ερωτικής» σχέσης του Θεάτρου Τέχνης με τη νεοελληνική δραματουργία.

Το «άστρο» του Καμπανέλλη αρχίζει να ανατέλλει. Με την «Εβδομη μέρα της δημιουργίας», το 1955, εγκαινιάστηκε η Β’ Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Την επόμενη χρονιά, ο Κουν ανεβάζει την «Ηλικία της νύχτας» και αμέσως μετά η Ελσα Βεργή το «Ο Γορίλας και η Ορτανσία». Το «Παραμύθι χωρίς Ονομα», από το Νέο Θέατρο Βασίλη Διαμαντόπουλου, με την ιστορική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, γίνεται το καλλιτεχνικό γεγονός τη σεζόν ’59-’60.

Η νέα επιστροφή του στο «Θέατρο Τέχνης» σηματοδοτείται με τα «Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα», το 1976. Ακολουθούν «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού» το 1978 και το «Ο μπαμπάς ο πόλεμος» το 1981. Επρεπε, όμως, να περάσουν τριάντα τρία χρόνια για να διέλθει η δραματουργία του το «κατώφλι» του Εθνικού Θεάτρου. Αυτό γίνεται το 1988 με τον «Αόρατο Θίασο», σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη.

Με τη δραματουργία του Καμπανέλλη επιτυγχάνονται απροσδόκητα μεγάλοι στόχοι: οι αρχαίοι μύθοι επαναπροσδιορίζονται -όπως συνέβη με το τρίπτυχο «Γράμμα στον Ορέστη» – «Ο Δείπνος» – «Πάροδος Θηβών». Στα θεατρικά «Ο Εχθρός Λαός» και «Πρόσωπα για Βιολί και Ορχήστρα», μεταγράφεται η ελληνική μυθολογία σε σφαίρες υπερβατικές, που πάντως συνομιλούν ευθέως με το παρόν. Το έργο «Στη Χώρα Ιψεν» συνδιαλέγεται με τους «Βρικόλακες» του Νορβηγού δραματουργού. Σε θεατρικά έργα, όπως τα «Τέσσερα Πόδια του Τραπεζιού» και «Μια Συνάντηση κάπου Αλλού», επιτυγχάνεται η σύζευξη του ρεαλισμού με το θέατρο του παραλόγου.

Σε επίπεδα ποιητικά

Μυθολογία, ιστορία, παγκόσμια λογοτεχνία αφομοιώνονται και μεταγράφονται γόνιμα σε «σκηνές» που αναπαράγουν την καθημερινότητα αλλά απογειώνονται σε επίπεδα ποιητικά. «Δίκαια ο Καμπανέλλης κατέχει την ιστορική θέση του primus inter pares, του Νέστορα, όχι μόνο χρονολογικά, ανάμεσα στους Ελληνες δραματογράφους της μεταπολεμικής περιόδου», σημειώνει ο θεατρολόγος Βάλτερ Πούχνερ.

«Οι ήρωες, οι χαρακτήρες είναι η αρχική και η τελική ύλη ενός θεατρικού έργου», θεωρούσε ο ίδιος. «Αν δεν τους φερθείς με δικαιοσύνη, θα βγουν ατελείς και το έργο κακό. Πρέπει να λατρέψεις δίκαιους και άδικους».

Η δραματουργία του «άγγιξε» και την ξένη σκηνή. Εργα του έχουν ανεβεί σε Αγγλία, Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σουηδία. Ο πολυσχιδής Καμπανέλλης δεν είχε μόνο διασκευάσει κορυφαία θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο. Είχε δημοσιογραφήσει κιόλας στις εφημερίδες «Ελευθερία» (1963-65), «Ανένδοτος» (1965-66) και «Νέα» (από το 1975). Το 1996 εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Με τη σύντροφό του, η οποία δεν άντεξε να τον βλέπει στην Εντατική και απεβίωσε πριν από μία βδομάδα, απέκτησε τη μοναχοκόρη του Κατερίνα, που είναι σκηνογράφος.

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί το Σάββατο στις 11.30 π.μ.στην Αγία Ζώνη Κυψέλης. Η ταφή θα γίνει στο Β’ Νεκροταφείο. *

Στα χρόνια της χούντας

Η θρυλική συνεργασία του Καμπανέλλη με την Τζένη Καρέζη, που δεν είναι αμιγώς καλλιτεχνική αλλά έχει βαθύ πολιτικό υπόβαθρο, ξεκινάει το ’63 με τη «Γειτονιά των αγγέλων». Συνεχίζεται τρία χρόνια μετά με το «Βίβα Ασπασία», έργο στο οποίο για πρώτη φορά ακούγεται στην ελληνική σκηνή η λέξη «αντίσταση». Είναι η χρονιά που ο Καμπανέλλης επιστρέφει στο καλλιτεχνικό σπίτι του, το «Θέατρο Τέχνης», όπως κι ο ήρωας του έργου του «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», που τότε σκηνοθετεί ο Κουν.

Τα μη ρεαλιστικά έργα της πρώιμης περιόδου τα διαδέχονται οι καυστικές σάτιρες της Επταετίας, με κορυφαίο δείγμα «Το μεγάλο μας τσίρκο». Ανέβηκε το ’72 από το ζεύγος Καρέζη-Καζάκου και οι παραστάσεις του εξελίχτηκαν στις μαζικότερες πολιτικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας της εποχής. Σχεδόν μισό εκατομμύριο θεατές παρακολούθησαν τη δουλειά-σύμβολο πολιτικής αντίστασης και διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα. Στους συντελεστές, μεταξύ άλλων, και ο Ξυλούρης, ο Ξαρχάκος, ο Σπαθάρης. Η πολιτική καταγγελία, με όχημα έναν αλληγορικό λόγο, τραγούδια και μουσική, διασπά τον κλοιό της λογοκρισίας. Ακόμη ένα επίτευγμα του Καμπανέλλη.

Κοσμοσυρροή και αγωνία

Το ίδιο επιτυγχάνει και με «Το Κουκί και το Ρεβύθι», που ανεβάζει η Καρέζη το 1974 και προκαλεί, εκτός από κοσμοσυρροή, και επεμβάσεις της αστυνομίας, ανάλογες με εκείνες του «Μεγάλου μας τσίρκου». Την ίδια εποχή οι κινήσεις του Καμπανέλλη παρακολουθούνται και το βιβλίο «Μαουτχάουζεν», μια συγκλονιστική μαρτυρία για την παραμονή του στο στρατόπεδο, επιστρέφεται απ’ τη λογοκρισία με τις μισές σελίδες του «διαγραμμένες με κόκκινο». Ακολουθεί ακόμη μία παράσταση αιχμής από το θίασο Καρέζη-Καζάκου: «Ο Εχθρός Λαός» (1975).

«Ο τρόπος που μεγαλώσαμε μας έκανε να έχουμε πολιτική σκέψη, πολιτική ευαισθησία. Αν και δεν υπάρχει σοβαρό έργο που να μην είναι πολιτικό», υποστήριζε ο δραματουργός.

«Στέλλα» και «Δράκος»

Ο Καμπανέλλης είχε την τύχη να γίνει από νωρίς γνωστός χάρη στα σενάρια της «Στέλλας» που σκηνοθέτησε ο Μ. Κακογιάννης, με τη Μελίνα Μερκούρη το ’55, και του «Δράκου» του Νίκου Κούνδουρου, το ’56. Δικά του ήταν τα σενάρια και στις ταινίες «Αρπαγή της Περσεφόνης» του Γ. Γρηγορίου το ’56 και «Το κανόνι και το αηδόνι», που σκηνοθέτησε ο ίδιος με τον αδελφό του και ηθοποιό Γιώργο, το ’68.

Από τις στιγμές-ορόσημο της καριέρας του υπήρξε και η συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη μελοποίηση τεσσάρων ποιημάτων του απ’ την εμπειρία τού Μαουτχάουζεν. Γράφτηκαν το 1965 και έγιναν παγκοσμίως γνωστά με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Ποιήματά του μελοποίησαν, επίσης, ο Ξαρχάκος και ο Χατζιδάκις.