Ομιλία στην εκδήλωση Εφέδρων Αξιωματικών Χίου
Την Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012
Στο Αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Αιγαίου
«Εκατό χρόνια ελεύθερου βίου της Χίου.
Μία προσέγγιση με αναφορές και στόχους»
Του Παύλου Καλογεράκη
Διευθυντή Εκπαίδευσης ε.τ.
Οι σκέψεις που κατατίθενται στην ομιλία της φετινής μας εκδήλωσης στρέφονται γύρω από την επέτειο των 100 χρόνων ελευθερίας της ιδιαίτερης Πατρίδας μας, της Χίου. 1912 -2012, εκατό χρόνια ελεύθερου βίου! Θα κατατεθούν οι σκέψεις αυτές όχι ως πανηγυρική ομιλία εορτασμού, αλλά ως μια αναφορά στο βαρύ, πολυποίκιλο τίμημα της Ελευθερίας και συνεπώς στην σοβαρότητα με την οποία ο ελεύθερος βίος πρέπει να αντιμετωπίζεται και να αξιοποιείται κοινωνικά και πολιτικά από τον καθένα μας. Και την κατάθεση αυτής της πρώτης μου κιόλας αποστροφής έρχεται άμεσα να αιτιολογήσει η άλλη, δραματική αυτή τη φορά, φετινή επέτειος των 90 χρόνων από την Μικρασιατική καταστροφή. Μόλις 10 χρόνια χωρίζουν το «ωσαννά» από την «σταύρωση χωρίς Ανάσταση» του Έθνους μας.
Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση και για κάθε περίσταση είναι το κοινωνικό και πολιτικό δίδαγμα που έρχεται προς τον καθέναν μας από αυτές τις επετείους προκειμένου να καθορίσουμε ως κοινωνία τους μεγάλους στόχους του Τόπου μας για την προσεχή δεκαετία ή εικοσαετία, αν όχι εκατονταετία! Πάντως, από όσα έχει γράψει η Ιστορία στο πέρασμα των αιώνων, δεν φαίνεται να έχομε ως λαός και ιδιαίτερη κλίση στο να μαθαίνουμε από τα παθήματά μας.
Δυστυχώς δε , και η χρονική συγκυρία με την τρέχουσα τραγική οικονομική κατάσταση των Χώρας δεν μας επιτρέπει να γιορτάσουμε με περισσή χαρά αυτά τα 100 συνεχή χρόνια ελεύθερου βίου του Νησιού μας μετά από 7 σχεδόν αιώνες σκλαβιάς, με μικρά διαστήματα ελεύθερης ανάσας. Σε κάθε περίπτωση, πάντοτε υπάρχει τρόπος για περισυλλογή και εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων.
Πρώτα απ΄ όλα θα πρέπει να αναλογιστούμε, έστω και φευγαλέα, αυτές οι σαράντα μέρες του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου του 1912, πέρα από τις χαρές και τις κωδωνοκρουσίες που ακούστηκαν και κάθε χρόνο στους πανηγυρικούς λόγους ακούγονται, πόσο κόπο, πόσο αίμα και πόσο πόνο είχαν. Η απόβαση στο Κοντάρι δεν ήταν παρέλαση! Ήταν μάχη! Οι Καμπούσοι και οι Θυμιανούσοι το ξέρουν καλά. Η προτομή του Χρυσολωρά που έχει στηθεί στην περιοχή, μαζί με τον Ποθητό, μας το θυμίζει.
Ακόμα, πόσοι από εμάς έχουν ανέβει το Αίπος με τα πόδια; Τρέχοντας ίσως; Με οπλισμό και ανάμεσα στα βράχια; Με τον Τούρκο να βαράει από πάνω; Ο Αγώνας λοιπόν αυτός δεν ήταν πανηγύρι. Είχε πόνο, αίμα, φόβο, θάνατο αλλά και ηρωισμό. Πολύ ηρωισμό και προσφορά! Όχι μόνο από το στράτευμα, αλλά και από τους κατοίκους. Είναι καταγραμμένες και γνωστές οι δράσεις, οι ενέργειες και οι προσφορές των Βρονταδούσων και των Καρούσων στον πόλεμο αυτόν. Οι καλόγεροι που πηγαινόφερναν κάποια μηνύματα στους επικεφαλείς, επίσης γνωστοί.
Θέλω να μείνω όμως για μια στιγμή μόνο στον ήρωα Παστρικάκη. Κανείς δεν ανάγκασε τον πατριώτη αυτόν από την Κρήτη να έλθει να πολεμήσει στη Χίο. Αλλά το ζήτησε γιατί η καρδιά του το ποθούσε. Και άφησε την τελευταία του πνοή σ΄ ένα βράχο του Αίπους. Γιατί «ελεύθερον το εύψυχον» κατά τον Θουκυδίδη. Βαρύ το τίμημα της Ελευθερίας.! Και ας σημειωθεί αυτό ιδιαιτέρως γιατί, κατά τους μελετητές της Ιστορίας, αρκετοί ήταν εκείνοι οι οποίοι επεδίωξαν και έμειναν στην θαλπωρή των γραφείων των Αθηνών κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Μεγάλη τιμή λοιπόν σ΄ αυτούς που αγωνίστηκαν για τη Λευτεριά.
Τί την κάνομε λοιπόν αυτήν την Ελευθερία; Πώς την έχομε αξιοποιήσει; Και αφού η Ελευθερία, όπως και η σκλαβιά, είναι πολλών μορφών και επιπέδων, εμείς στην Ελευθερία μας τί νόημα και τί ποιότητα έχουμε δώσει; Είναι γνωστό ότι αγαπάς και προσέχεις περισσότερο αυτό για το οποίο κόπιασες, αγωνίστηκες, κουράστηκες, πάλεψες. Αυτό που έφτιαξες με τα ίδια σου τα χέρια, με τον ιδρώτα σου. Τότε, κυριολεκτικά το λατρεύεις. Έτσι, καθώς τα χρόνια πέρασαν και με τη σιγουριά της αποτροπής πολέμου, και επειδή δεν ματώσαμε εμείς οι τωρινοί ζώντες, ίσως να εφησυχάζουμε και δεν εκτιμούμε την αξία της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Πολλές φορές αναλογίζομαι το γεγονός ότι οι συνομήλικοι μου είναι οι τελευταίοι που άκουσαν από τους πατεράδες τους από πρώτο χέρι για το έπος της Αλβανίας. Για το δράμα της πείνας και τον καημό του εμφυλίου. Γιατί αυτά είναι βασικά στοιχεία που σε γαλβανίζουν προκειμένου να υπερασπίσεις την πραγματική Δημοκρατία. Και είναι γνωστό ότι χωρίς Ελευθερία δεν νοείται Δημοκρατία.
Η ύπαρξη Δημοκρατίας είναι βέβαια το βασικό τεκμήριο και η ισχυρή απόδειξη ελεύθερου βίου αλλά τούτο καθόλου, μα καθόλου, δεν αρκεί γιατί υπάρχουν , δυστυχώς, και πολλές εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, ακούμε συχνά, ιδίως τελευταία, ότι η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα. Παραλείπεται όμως να συμπληρωθεί ότι η Δημοκρατία είναι ένα πάρα πολύ ντελικάτο πολίτευμα με πολύ αυστηρά και στενά πλαίσια και όρια κίνησης, με ιδιαίτερα καθορισμένες ευθύνες και υποχρεώσεις για τον καθέναν μας. Διαφορετικά, η δημοκρατία οδηγείται σε ένα δρόμο όπου κυριολεκτικώς σκοτώνει τον εαυτό της. Με τον τρόπο αυτόν ουσιαστικά χάνεται, αν όχι η ελευθερία του κράτους, σίγουρα η ελευθερία μεγάλης μερίδας των πολιτών του. Ας καταγραφεί και αυτό σαν ένα δραματικό, διαχρονικό, πανελλήνιο λάθος μας το οποίο επαναλήφθηκε αρκετές φορές στα 100 χρόνια που πέρασαν. Συμμετείχε και η Χίος, έπαθε και η Χίος, με τα λάθη, τα μίση, τις απρονοησίες αλλά και τις λανθασμένες επιλογές προσώπων.
Πιστεύουμε στ΄ αλήθεια πως έτσι κ΄ έχουμε δημοκρατία τελείωσαν όλα και ήρθε ο ευτυχής μας βίος; Πάμπολλα τα θλιβερά παραδείγματα από την ιστορία του ελληνικού χώρου. Για να αφήσουμε τα τρέχοντα σημερινά και να πάμε στα παλιά, έτσι πίστευαν φαίνεται και οι δημοκρατικοί αρχαίοι Αθηναίοι και μέσα σε είκοσι χρόνια με δικά τους κυρίως λάθη ο χρυσούς αιώνας τους έγινε σχεδόν στάχτη. Αλλά, για να έλθουμε και στα πιο πρόσφατα, να υπογραμμίσουμε ότι και η τραγική φετινή επέτειος των 90 χρόνων της Μικρασιατικής καταστροφής αρκετά πρέπει να μας διδάξει. Γιατί ήταν αποτέλεσμα λανθασμένων πράξεων και επιλογών παρά το ότι γινόταν σε περιβάλλον δημοκρατικό. Άρα, ελευθερία και δημοκρατία μπορεί να είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για πρόοδο και προκοπή αλλά δεν είναι ικανές συνθήκες. Καθόλου μάλιστα. Πολύ περισσότερο αν μιλήσουμε για αξίες , αρχές και επίπεδο κοινωνικής συνοχής το οποίο πολύ συχνά χανόταν μέσα στον καύσωνα της πολιτικής αντιπαλότητας.
Γεγονός είναι πάντως ότι η ιδιαίτερη Πατρίδα μας ζει ένα μεγάλο ελεύθερο χρονικό διάστημα ηρεμίας, κάτι που είχε να το ζήσει σχεδόν από τον 13ο αιώνα..
Αγαπητοί,
Εάν θέλαμε να περιγράφαμε σήμερα τη ζωή στο Νησί μας, αποδίδοντάς του μερικά ουσιώδη και κυρίαρχα χαρακτηριστικά, ποια θα λέγαμε πως είναι; Ότι είναι ένα σημαντικό πνευματικό και επιστημονικό κέντρο; Ότι είναι ένας κορυφαίος τουριστικός ή προσκυνηματικός προορισμός; Ότι είναι κέντρο εμπορικών ή τραπεζικών ή ναυτιλιακών συναλλαγών; Ότι είναι τόπος κατοικίας και δράσης καλλιτεχνών, ερευνητών ή ζωγράφων; Ότι προσφέρει πρωτοπόρες θεατρικές ή μουσικές τάσεις και ακούσματα; Ότι έχει αξιόλογη και σημαντική πρωτογενή παραγωγή; Ότι προσφέρει στους κατοίκους της υψηλό επίπεδο ποιότητας ζωής και δυνατότητες εξωτερίκευσης του ευγενικού τους χαρακτήρα; Ότι έχει καταστεί η φροντίδα του περιβάλλοντος κυρίαρχη μέριμνα; Πόσο δρόμο προόδου έχει βαδίσει από το 1912;
Από τα συμπεράσματα μιας τέτοιας σύγκρισης και κρίσης θα προσδιορίσει ο καθένας μας τον «κοινωνικό ισολογισμό» αυτών των 100 χρόνων. Ολόκληρος ο επετειακός καινούργιος χρόνος είναι δικός μας για να συζητήσουμε και να χαράξουμε όλοι μαζί, Χιώτες και μη, τα οράματά μας και τις προσδοκίες μας για το μέλλον το δικό μας , των παιδιών και των εγγονών μας. Ο χρόνος μιας επετείου δεν είναι κυρίως για τυμπανοκρουσίες και ζητωκραυγές. Είναι ευκαιρία για αξιολόγηση και μελλοντικούς προγραμματισμούς. Πολύ περισσότερο μάλιστα με την τρέχουσα τραγική οικονομική συγκυρία.
Προφανώς, δεν είναι και σήμερα η ημέρα για κάτι τέτοιο. Ο χρόνος είναι μπροστά μας. Επιτρέψτε μου όμως να επισημάνω απλώς δύο σημεία τα οποία αιτιολογούνται πλήρως και από το πλαίσιο και τη μορφή της σημερινής μας εκδήλωσης. Πρόκειται για θέματα αρχών και πρωταρχικής πρακτικής αξίας. Είναι δύο απλοποιημένες αναφορές. Η μία αφορά τρόπους οργάνωσης που μπορούμε να αντλήσουμε από την στρατιωτική ζωή και διοίκηση και η άλλη αφορά ένα ιστορικό δεδομένο το οποίο δείχνει την μόνιμη έγνοια που πρέπει να έχουμε για την εκπαίδευση και γενικότερα για την Παιδεία της νέας γενιάς. Ως δάσκαλος δεν θα μπορούσα εξάλλου να παραλείψω μια τέτοια αναφορά.
Για το πρώτο και με δεδομένο ότι η δημόσια διοίκηση έχει τα χάλια της, να καταθέσω το εξής: Γνωρίζετε πιστεύω όλοι, ότι η έννοια «ανάληψη ευθύνης» η οποία είναι βασική ηθική, οργανωτική και διοικητική αρχή λειτουργίας του στρατεύματος είναι παντελώς άγνωστη στη δημόσια διοίκηση σε όλα τα επίπεδα. Στο δημόσιο κανένας ποτέ δεν φταίει, κανένας προϊστάμενος δεν νομιμοποιείται – στην πράξη – να αξιολογήσει υφιστάμενο, κανένας σχεδόν υπάλληλος δεν τιμωρείται για λάθη του σημαντικά, ή για απραξία, κανένας προϊστάμενος δεν απομακρύνεται για ανικανότητα αλλά και κανένας ποτέ δεν επιβραβεύεται για το καλό του έργο. Όλα πάντοτε, χρόνια τώρα, καλώς καμωμένα μέσα σε ένα τέλμα αέναης επανάληψης. Με αυτόν τον τρόπο και τα φωτεινά παραδείγματα χάνονται. Μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλλίτερο μέλλον με αυτά το δεδομένα; Διότι η ανάληψη ευθύνης λειτουργεί ως ένδειξη ανάγκης για αλλαγή ατομικής πορείας και η αναγνώριση λάθους συνεπάγεται την άμεση σχεδόν υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών. Είναι, θα έλεγε κανείς, μια πολιτική εξομολόγηση και έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα την βελτιωτική στόχευση. Μπορεί δε να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε μέγεθος και επίπεδο διοικητικής μονάδας ξεχωριστά και δεν απαιτείται η καθολική ταυτόχρονη εφαρμογή της.
Μια άλλη εξίσου σημαντική και βασική αρχή λειτουργίας του στρατεύματος κυρίως στον τομέα της ενημέρωσης της πυραμίδας διοίκησης είναι η «αναφορά εκτέλεσης εντολής». Στο δημόσιο δεν θα την συναντήσουμε στο γραφείο πολλών υφισταμένων όλων των επιπέδων. Εδώ αγώνας γίνεται για την υλοποίηση της εντολής, πώς να συζητήσουμε για την αναφορά εκτέλεσής της!
Μπορεί λοιπόν να αντιληφθεί ο καθένας μας τη βελτίωση της ποιότητας της Δημοκρατίας (δηλαδή της Ελευθερίας), της αξιοκρατίας και της παραγωγικότητας εάν έμπαιναν σε εφαρμογή όχι μόνο αυτές οι δύο προαναφερθείσες – ως παραδείγματα – βασικές αρχές διοίκησης, αλλά και άλλες οι οποίες καθόλου δεν είναι επουσιώδεις.
Και τις αναφέρω διότι θεωρώ πως με την βοήθεια αξιοκρατικών δημοσίων τοπικών επιβραβεύσεων μπορεί η τοπική – επαναλαμβάνω – διοίκηση να βελτιώσει τη λειτουργία των Υπηρεσιών στο Νησί μας. Εξάλλου η επιβράβευση είναι βασική αρχή διοίκησης.
Αγαπητοί,
Είναι γνωστό και αποδεκτό ότι η Εκπαίδευση και γενικότερα η Παιδεία είναι το κυρίαρχο εργαλείο, απόκτησης αλλά κυρίως διατήρησης της πραγματικής Ελευθερίας. Απόκτηση της σωματικής ελευθερίας από σκλαβιά. Διατήρηση της ελευθερίας της σκέψης σε δημοκρατικό πολίτευμα. Βελτίωση του πολιτιστικού επιπέδου του κάθε ατόμου. Η γνώση της υπόστασης του Έθνους μας μέσα από την καλλιέργεια της γλώσσας, απετέλεσε την εκρηκτική δύναμη για τον ξεσηκωμό του ΄21. Λέει ο Διονύσιος Σολωμός: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα». «Γνωρίζω μόνο μία ελευθερία, κι αυτή είναι η ελευθερία της σκέψης» λέει ο Αντουάν ντε Σαντ- Εξιπερί. Ο δε Τζων Κέννεντι έχει γράψει: « Η ελευθερία χωρίς τη μάθηση είναι πάντα σε κίνδυνο». Πώς θα διατηρήσουμε την ελευθερία της σκέψης; Δεν είναι καθόλου απλό πράγμα! Και χωρίς ελευθερία της σκέψης, πρόοδος δεν υπάρχει, γιατί ο πολίτης είναι εγκλωβισμένος σε σκέψεις και υπολογισμούς κοινωνικής υποτέλειας. Στα μέρη της ελεύθερης , αλλά και της σκλαβωμένης – παλαιότερα – Ελλάδας εκεί που υπήρχε καλή εκπαίδευση της νέας γενιάς μέσα σε πλαίσια διδαχής αρχών, εκεί υπήρξε και οικονομική πρόοδος. Διαλέξτε τόπους και περιοχές της Ελλάδας που πρόκοψαν και θα δείτε ότι εκεί το γνωστικό αλλά κυρίως το πνευματικό υπόβαθρο ήταν και είναι υψηλό.
Οι παππούδες μας –στα χρόνια της σκληρής φτώχιας – το γνώριζαν πολύ καλά αυτό. Να υπενθυμίσουμε ότι αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1912 αναφέρεται ότι κτίστηκαν στο Νησί μέσα σε 8 χρόνια από δωρεές και με προσωπική εργασία 170 σχολικές αίθουσες, και επί πλέον χρηματοδοτούντο μαθητικά συσσίτια σε διάφορα σχολεία και πληρωνόταν από τα κληροδοτήματα που δημιουργήθηκαν πολλοί ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, αφού το μονίμως αδύναμο Ελληνικό Κράτος δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Η σοφία – ή η απόγνωση – των κατοίκων και των δωρητών στάθηκε η αιτία για την αναγέννηση της εκπαίδευσης κυρίως των φτωχότερων πληθυσμών και των χωριών του Νησιού μας.. Διαφορετικά, η ζημιά στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα θα ήταν μεγάλη.
Συμπέρασμα; Εάν θέλουμε προκοπή στον τόπο μας τα επόμενα 30 ή 40 χρόνια, γιατί έτσι πρέπει να σκεφτόμαστε για σωστό προγραμματισμό, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την αναζήτηση καλλίτερων τρόπων βελτίωσης της τοπικής εκπαίδευσης. Για μια συνεχή και έμπρακτη στήριξη της νεότητας και της σχολικής γειτονιάς. Για τη βελτίωση της Παιδείας του κάθε ατόμου, ως τρόπος ζωής και ως συμπεριφορά. Για τη βελτίωση του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας με αξίες και αρχές. Όλα αυτά οδηγούν με τη σειρά τους και στην καλλίτερη επιχειρηματικότητα και στην οικονομική άνοδο. Η αντίστροφη επιλογή και πορεία οδηγεί με βεβαιότητα σε λάθος αποτελέσματα.
Αγαπητοί,
Γιορτάζουμε τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου του Νησιού μας και αυτό είναι πολύ σπουδαίο. Μας τυχαίνει βέβαια σε άσχημη συγκυρία. Όμως, με το να είμαστε μονίμως σκυθρωποί, ή με το να λέμε απλώς ότι είμαστε αισιόδοξοι, χωρίς μάλιστα να καταθέτουμε πρακτικούς, χειροπιαστούς τρόπους βελτίωσης, δεν προκύπτει καλλίτερο μέλλον. Πρέπει να αναζητήσουμε ορθολογικές, πρακτικές λύσεις, ατομικά και ομαδικά, αλλά και με πνευματική και ηθική ανάταση που τόσο έλειψε από τον τόπο μας,. Όλα αυτά μέσα σε πνεύμα κοινωνικής ευθύνης και συμμετοχής όλων. Γιατί είναι προφανές και πανθομολογούμενο πλέον ότι η απεμπόληση βασικών ηθικών, κοινωνικών και πολιτικών αξιών έφεραν τον σημερινό οικονομικό ξεπεσμό ο οποίος είχε, δυστυχώς, ως επακόλουθο και τον εξευτελισμό της υπερήφανης Πατρίδας μας.
Το εάν διδασκόμαστε από τα λάθη μας και το εάν θα θέσουμε για την επόμενη εκατονταετία σωστούς στόχους προόδου και προκοπής για τον Τόπο μας μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτισμικής και οικονομικής ανάτασης, θα το κρίνουν πια τα δισέγγονα και η Ιστορία. Είναι πάντως βέβαιο ότι οι καιροί δεν περιμένουν! Ας ευχηθούμε και ας προσπαθήσουμε το 2012, έτος της εκατονταετηρίδας της Ελευθερίας μας, να μοιάσει του 1912 σε δυναμισμό, σε ανατροπή, σε ομόνοια, σε αποφασιστικότητα. Αναδιφώντας δε το 1912 να προχωρήσουμε όλοι μαζί, με την απαράμιλλη ορθοφροσύνη εκείνης της εποχής σε δρόμους αρετής, επιτυχιών και ευόδωσης των ηράκλειων άθλων που απαιτούνται με ηγεσίες και προσωπικότητες που εμπνέουν και διδάσκουν με το παράδειγμά τους.
Σας ευχαριστώ.







