Κυριακή του «μαμωνά»;
Αδυνατώντας να κτίσουν οτιδήποτε, οι ανεπαρκείς ηγήτορες που πήραν τις παραπάνω αποφάσεις επιδίδονται, μετά μανίας, στο γκρέμισμα. Με την πρώτη απόφαση έπληξαν βαρύτατα την ποιότητα και (με τον τρόπο που αποφάσισαν) την ίδια τη Δημοκρατία. Με τη δεύτερη έπληξαν το ιερό δικαίωμα της εργασίας. Με την τρίτη το θρησκευτικό συναίσθημα του ελληνικού λαού.
Και οι 3 ενέργειες έχουν κοινή αιτία με την οικονομική κρίση. Οφείλονται στην απληστία των ισχυρών και στην κατάρρευση των αρχών και αξιών.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας. Η Κυριακή στερείται έτσι το εννοιολογικό της περιεχόμενο, αφού από μέρα του Κυρίου, όπως δηλώνει το όνομά της, προσπαθούν να της δώσουν τον ακριβώς αντίθετο προορισμό και να τη μεταβάλλουν σε μέρα του «μαμωνά».
Η κατάργηση της Κυριακής αργίας είναι μια απόφαση που υπερβαίνει τα εσκαμμένα για πολλούς και διάφορους λόγους:
Αποτελεί πράξη ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ: Η ανάπαυση της έβδομης μέρας αποτελεί μια εντολή θεόσδοτη. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού η πρώτη μέρα της εβδομάδας αφιερώνεται στον Αναστάντα Κύριο, αποκτά γι αυτό το λόγο το όνομα Κυριακή και γίνεται η κατεξοχήν μέρα τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας και εφαρμογής της εντολής της ανάπαυσης. Η πρωτοφανής απόφαση αγνοεί όλα τα παραπάνω και ουσιαστικά παρεμποδίζει τους ανθρώπους από την ακώλυτη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Αλλοιώνει ταυτόχρονα το χαρακτήρα της Κυριακής και την ισοπεδώνει με τις υπόλοιπες μέρες. Η μέρα του Κυρίου γίνεται μέρα του θεού του κέρδους, του γνωστού «μαμωνά».
΄ Για να στηρίξουν αυτή τους την κίνηση προβάλλουν εντελώς έωλα επιχειρήματα:
Μας λένε ότι τα καταστήματα θα ανοίγουν, μετά τον εκκλησιασμό, στις 11. Λησμονούν όμως ότι ο εκκλησιασμός δεν είναι για το Χριστιανό μια τυπική υποχρέωση αλλά επίκεντρο της ζωής. Ο άνθρωπος πρέπει να φροντίσει και για τον εαυτό του, την οικογένεια του, τις μικρές ή μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκει, την αλληλεγγύη προς τον πλησίον, την ψυχαγωγία, τον πολιτισμό. Δεν γίνεται την ίδια στιγμή να φροντίζει και για το κέρδος και για την πνευματική του καλλιέργεια. Δεν μπορεί, κατά τον ίδιο το Χριστό, να δουλεύει ταυτόχρονα σε δύο αφεντικά, το Θεό και το μαμωνά (Λουκ. ιστ 13)
Μας λένε ακόμη ότι και τώρα αρκετοί εργάζονται την Κυριακή και συνεπώς δεν αλλάζει τίποτα. Προφανώς για να μη μπορεί κανείς να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στη Φαρισαϊκή αντίληψη για το Σάββατο και στο ουσιαστικό περιεχόμενο που δίνει στην Κυριακάτικη αργία ο Χριστιανισμός, ούτε τη διαφορά ανάμεσα στην εργασία κάποιων ανθρώπων τις Κυριακές για λόγους ομαλής λειτουργίας του κοινωνικού συνόλου και την προωθούμενη γενίκευση της Κυριακάτικης εργασίας στον ιδιωτικό και αργότερα και στο δημόσιο τομέα θα πρέπει να φορά παραμορφωτικούς μνημονιακούς φακούς.
Αποτελεί πράξη ΑΝΤΕΡΓΑΤΙΚΗ: Ένας ακόμη κρίκος προστίθεται στην αλυσίδα καταπάτησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, τα οποία έχουν κατακτήσει με αγώνες και αίμα. Η έλλειψη σεβασμού απέναντι στις θυσίες τους είναι καταφανής. Αυτοί που εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα τους προσπαθούν να ρίξουν στον Καιάδα τους εργαζόμενους, τους φτωχούς, τους καταφρονεμένους και τους ξένους. Αδυνατούν όμως να αντιληφθούν ότι αργά ή γρήγορα η λαϊκή οργή θα εκδηλωθεί πετώντας στον Καιάδα τους ίδιους τους αρχιτέκτονες του νέου εργασιακού μεσαίωνα, σε εφαρμογή του ψαλμικού «Λάκκον ώρυξεν και ανέσκαψεν αυτόν και εμπεσείται εις βόθρον, όν ειργάσατο» (Ψαλμ. ζ, 16)
Αποτελεί πράξη ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ: Ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή για να μπορεί να δουλεύει ακατάπαυστα, στο ρυθμό που επιβάλλουν οι αδίστακτοι εργοδότες. Έχει ανάγκη την ανάπαυση. Έχει ανάγκη τη διάθεση χρόνου και για άλλες ασχολίες πέραν των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Έχει παράλληλα με τις υλικές και πνευματικές ανάγκες. Η μονομέρεια βλάπτει σοβαρά την ψυχική ισορροπία, κάτι που επηρεάζει ακόμη και την αποδοτικότητα του εργαζόμενου στη διάρκεια της εργασίας του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι αν δεν υπάρχει διαφορετικότητα των ημερών, αν όλες οι μέρες είναι ίδιες, χωρίς να ξεχωρίζουν οι εργάσιμες από τις αργίες, αν κάθε μέρα δεν έχει το δικό της ξεχωριστό περιεχόμενο, αν απουσιάζουν από τη ζωή οι γιορτές, τότε και το σώμα και η ψυχή του ανθρώπου κουράζονται αφάνταστα. Μια κοινωνία χωρίς ημερολόγιο και εορτολόγιο θα ήταν εφιαλτική. Άλλωστε ο Δημόκριτος είχε πει: «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος».
Αποτελεί πράξη ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ: Νόμοι, διεθνείς συμβάσεις και συνταγματικές διατάξεις τίθενται στο περιθώριο, κατά την πάγια τακτική των τελευταίων μνημονιακών ετών. Ταυτόχρονα οι εκκλησιαζόμενοι γίνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, αφού τους εξαναγκάζουν ή να απεμπολήσουν το δικαίωμα του εκκλησιασμού ή να πέσουν θύματα των σκληρών συνθηκών ανταγωνισμού.
Αποτελεί πράξη ΜΩΡΟΦΙΛΟΔΟΞΗ: Κάτι που ισχύει εδώ και 17 αιώνες και το οποίο σεβάστηκαν ακόμη και οι κατακτητές δεν μπορεί να καταργηθεί για το καπρίτσιο κάποιων σύγχρονων επίδοξων μεταρρυθμιστών, οι οποίοι δεν έχουν αίσθηση του μεγέθους τους. Θα πρέπει να είναι κανείς μωροφιλόδοξος και ανιστόρητος για να πιστεύει ότι μπορεί να προκαλέσει τέτοιου είδους αλλαγές στην κοινωνική ζωή. Η ιστορία το έχει αποδείξει πολλές φορές. Το βέβαιο είναι, λοιπόν, ότι όταν καταλαγιάσει ο αντεργατικός κουρνιαχτός των ημερών μας η Κυριακάτικη αργία θα επανέλθει, ενώ οι φωνασκούντες, ως κύμβαλα αλαλάζοντα, κυβερνώντες θα έχουν λησμονηθεί.
Αποτελεί πράξη ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΗ για τα μικρά καταστήματα, αν και προσπαθούν να πείσουν τους καταστηματάρχες για το αντίθετο. Υποστηρίζουν ότι θα αυξηθεί ο τζίρος των καταστημάτων, επειδή ο καταναλωτής θα έχει περισσότερο χρόνο για τα ψώνια του. Όμως κι ο πλέον αδαής γνωρίζει ότι αυτό που λείπει από τους καταναλωτές δεν είναι ο χρόνος, αλλά το χρήμα. Δυστυχώς για τους υπηρέτες των συμφερόντων του κεφαλαίου στην κυβέρνηση και κάποια πρόθυμα τσιράκια τους στην αυτοδιοίκηση όλοι γνωρίζουν την πρόσφατη οικονομική ιστορία. Γνωρίζουν τις τυμπανοκρουσίες με τις οποίες εξαγγέλθηκαν και εφαρμόστηκαν από παλιά η λειτουργία των πολυκαταστημάτων, η εισβολή των πολυεθνικών, οι ιδιωτικοποιήσεις. Όπως γνωρίζουν και τα οικτρά αποτελέσματα τέτοιων ενεργειών για τους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες, αφού όλα στοχεύουν στη δική τους εξόντωση με παράλληλη γιγάντωση των ολίγων.
Αν αναζητήσουμε, πάντως, την ουσία των πραγμάτων θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια η φιλοσοφία της Κυριακάτικης αργίας είναι που ενοχλεί τους κάθε λογής ανατροπείς των δικαιωμάτων και κεκτημένων των εργαζομένων. Όπως το ίδιο ενοχλητικές είναι οι επαναστατικές ορθόδοξες αντιλήψεις για την εργασία, τον πλούτο, την ιδιοκτησία. Θα προτιμούσαν την προτεσταντική ηθική που, κατά τον Μαξ Βέμπερ, γέννησε τον καπιταλισμό.
Κατά την ορθόδοξη αντίληψη η εργασία είναι απαραίτητη για τη ζωή και την κοινωνία, ο δε Απ. Παύλος τονίζει ότι «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω» (Β΄ Θεσσ. γ, 10). Η εργασία είναι δημιουργία που συνεχίζει το δημιουργικό έργο του Θεού. Δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό, αλλά μέσο για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής όλων των ανθρώπων.
Ο πλούτος δεν είναι δείγμα Θεϊκής ευλογίας, αλλά προϊόν αδικίας και σοβαρό εμπόδιο για την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Η αποστέρηση του μισθού των εργαζομένων είναι βαρύτατη αμαρτία. Κατά τους Πατέρες δεν δικαιολογείται η ανθρώπινη ιδιοκτησία, αφού όλα ανήκουν στο Θεό και ο άνθρωπος είναι απλώς διαχειριστής των υλικών αγαθών, όχι για να πλουτίζει ο ίδιος, αλλά για να εξασφαλίσει τα προς το ζην και να βοηθήσει και τους συνανθρώπους του. Άλλωστε όλοι όσοι μπορούν πρέπει να εργάζονται και όλοι ανεξαιρέτως δικαιούνται να συμμετέχουν στην κατανομή των αγαθών, ανάλογα με τις ανάγκες τους.
Οι παραπάνω αντιλήψεις έθεσαν τις βάσεις για ένα τρόπο ζωής που είναι διαμετρικά αντίθετος από τα πρότυπα που θέλουν να επιβάλλουν οι επικρατούσες σήμερα αντιλήψεις. Αναφερόμαστε στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις οι οποίες προβάλλουν ένα τρόπο ζωής που στηρίζεται σε μια δυτική μεταφυσική και οντολογία. Κατά τις αντιλήψεις αυτές η δουλειά μετατρέπεται σε δουλεία, ο άνθρωπος σε ένα απλό νούμερο και σε εξάρτημα της παραγωγικής μηχανής, οι πνευματικές ανάγκες περιφρονούνται, οι έχοντες και κατέχοντες τοποθετούνται πάνω από Συντάγματα και νόμους, νόμος γίνεται το δίκαιο του ισχυροτέρου, τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα καταργούνται και η κοινωνική αδικία θριαμβεύει.
Η πρώτη αντίληψη έχει υπόβαθρο την ελευθερία και την ανθρωπιά. Η δεύτερη την υποδούλωση και τη βαρβαρότητα.
Γενικότερα στο σημερινό κοινωνικοοικονομικό πεδίο και ειδικότερα στο θέμα της αργίας της Κυριακής κάθε άνθρωπος, είτε εργαζόμενος, είτε καταστηματάρχης, είτε καταναλωτής θα πρέπει να διαλέξει. Οι περισσότεροι προτιμούν τη βολική λύση να αφήνουν τους ισχυρούς να αποφασίζουν για λογαριασμό τους, προσδοκώντας ως αντάλλαγμα το πρόσκαιρο όφελος από τα ψίχουλα της υποταγής. Ο δρόμος της ελευθερίας και της ανθρωπιάς απαιτεί απόφαση ευθύνης. Θέλει αγώνες και θυσίες, θέλει αρετή και τόλμη.
ΣΩΤ. ΠΑΡΑΔΕΙΣΗΣ






