ακροβατεί ανάμεσα σε δύο εποχές.
Μεγάλωσε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, σε έναν κόσμο χωρίς κινητά και διαδίκτυο, κάποτε ούτε καν με τηλεόραση σε κάθε σπίτι, και πορεύτηκε την ενήλικη ζωή μέσα στη σημερινή υπερσυνδεδεμένη πραγματικότητα.
Ζήσαμε δηλαδή αρκετά νωρίς ώστε να θυμόμαστε έναν κόσμο που χάθηκε οριστικά και αρκετά αργά ώστε να βρεθούμε ολοκληρωτικά μέσα στον καινούργιο.
του Ισίδωρου Τσούρου
Είναι οι βεγγέρες στις αυλές του Βροντάδου, η αλμύρα του αχινού, το ροδόνερο στο παστέλι, η μυρωδιά του γιασεμιού, του αγιοκλήματος και του σάλιακα, η πρώτη ψύχρα μετά τα μέσα του Αυγούστου.
Σε καρέκλες με ψάθα βαμμένες γαλάζιες ή λαχανί με λαδομπογιά, ή καθισμένοι στα σκαλιά ή καταγής. Γέροι, γριές, μεσήλικες, νέοι, παιδιά και μωρά.
Κανείς δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη πρόσκληση και κανείς δεν περίμενε πολυτελή κεράσματα. Η πολυτέλεια ήταν η ίδια η συνάθροιση.
Το συνηθέστερο κέρασμα τέτοια εποχή του χρόνου ήταν τα τσίκουδα, οι μικροί καρποί της τερεβίνθου που συνηθίζονται στη Χίο.
Οι μυρωδιές από τα νυχτολούλουδα να αυξομειώνονται ανάλογα με τη υγρασία ή τον άνεμο.
Και υπάρχει ακόμη μία εικόνα από εκείνες τις βεγγέρες που δεν συνάντησα ποτέ ξανά: οι πυγολαμπίδες.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν ανακοινώνει την τελευταία εμφάνιση μιας πυγολαμπίδας. Κάποια καλοκαιρινή νύχτα απλώς παύεις να τις βλέπεις και χρειάζονται χρόνια μέχρι να καταλάβεις ότι λείπουν.
Σήμερα ίσως η εικόνα να ξενίζει. Τότε ήταν απλώς ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο η θάλασσα και το ανθρώπινο μοίρασμα έφτανε κατευθείαν στο τραπέζι μας.
Και ύστερα ερχόταν το πανηγύρι της Παναγίας Ερειθιανής, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο. Εκεί μαζεύονταν, σχεδόν ως διά μαγείας, όλοι οι άνθρωποι που γνώριζα στην παιδική μου ηλικία. Γείτονες, συγγενείς, φίλοι, ακόμη κι εκείνοι που είχαν φύγει για την Αμερική και επέστρεφαν για το καλοκαίρι.
Κάπου προς το τέλος της λειτουργίας μάς έδιναν το μαλακό παστέλι. Δεν θυμάμαι μόνο τη γεύση του. Θυμάμαι κυρίως το άρωμα του ροδόνερου, τόσο έντονο ώστε ακόμη και σήμερα μπορεί να με επιστρέψει, χωρίς προειδοποίηση, σε εκείνο το συγκεκριμένο πανηγύρι.
Για εμάς τα παιδιά ο Δεκαπενταύγουστος ήταν ταυτόχρονα γιορτή και στενοχώρια. Σήμαινε πως το καλοκαίρι έμπαινε στην τελική του φάση. Πλησίαζε το τέλος της ξεγνοιασιάς, η επιστροφή, το σχολείο.
Σήμερα θα το ονομάζαμε post–15 August melancholy. Τότε δεν είχαμε όνομα γι’ αυτό. Μόνο ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι, καθώς βλέπαμε τις ημέρες να μικραίνουν.
Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’70 είχε στερήσεις, περιορισμούς και έλλειψη γενικής παιδείας που κανείς δεν χρειάζεται να εξιδανικεύει. Η πρόοδος μάς έδωσε ελευθερίες, δυνατότητες και γνώσεις που εκείνος ο κόσμος δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί.
Κάτι όμως χάθηκε μέσα στη μετάβαση: ο χρόνος που δεν χρειαζόταν να είναι χρήσιμος. Η συνάντηση χωρίς πρόγραμμα. Η κουβέντα χωρίς βιασύνη. Η συνύπαρξη όλων των ηλικιών στην ίδια αυλή, χωρίς ο καθένας να αποσύρεται στη δική του οθόνη.
Το ερώτημα είναι τι θα διασώσουμε από εκείνον τον τρόπο ζωής: μια αυλή ανοιχτή, λίγο χρόνο χωρίς σκοπό, ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών γύρω από το ίδιο τραπέζι, μια νύχτα αρκετά σκοτεινή ώστε να φαίνονται τα αστέρια;






