Αρχική Πολιτισμός Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής – «Το Αιγαίο είναι μια πόλη»

Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής – «Το Αιγαίο είναι μια πόλη»

13

H ελληνική συμμετοχή στη 10η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας προετοιμάζεται. Το θέμα της εφετινής Μπιενάλε αφορά «τα κύρια ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι μεγάλες μητροπολιτικές συγκεντρώσεις διεθνώς, από τη μετανάστευση και την κοινωνική αποδιάρθρωση μέχρι τις διστακτικές πολιτικές για την αειφορία και τις αμήχανες πολιτικές για την κοινωνική συνοχή» και η ελληνική συμμετοχή το αντιμετωπίζει με την πρόταση που τιτλοφορείται «Το Αιγαίο: Μια Διάσπαρτη Πόλη». Οι επιμελητές Κατερίνα Κοτζιά, Ηλίας Κωνσταντόπουλος, Λόης Παπαδόπουλος και Κορίνα Φιλοξενίδου με τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα του «Βήματος» φωτίζουν τη διαδικασία συγκρότησης της ελληνικής συμμετοχής και τις συνθήκες που την περιβάλλουν και μας βοηθούν να προσεγγίσουμε την ιδέα τους. H 10η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας θα εγκαινιαστεί στις 10 Σεπτεμβρίου και θα διαρκέσει ως τις 19 Νοεμβρίου.


ΛΟΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ:


«Στο κέντρο της ελληνικής συμμετοχής στη 10η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας, της οποίας η θεματική αφορά τα ζητήματα κρίσης των πόλεων, θέσαμε την παρουσίαση του Αιγαίου ως πόλης. H έννοια του Αρχιπελάγους, παραπέμποντας στον ιταλό φιλόσοφο και δήμαρχο Βενετίας Μάσιμο Κακιάρι, παρουσιάζεται ως η ζωτική αλληγορία της κοινωνικής συνεννόησης. Μέσα στη συζήτηση για τη μετάπολη, όπως την έχει προτείνει ο Ρίκι Μπέρντετ, ο εφετινός γενικός διευθυντής της Μπιενάλε, το Αιγαίο συστήνεται από εμάς ως το αντιρρητικό αλλά υπαρκτό παράδειγμα μιας υδάτινης πόλης, μιας πόλης που ακτινοβολεί ως τόπος της επιθυμίας. H γοητεία που εκλύει δεν αντλείται από το κοίτασμα της νοσταλγίας. H περικύκλωση των νησιών από τη θάλασσα και η έκθεσή τους στο φως, στον ήλιο και στους δυνατούς ανέμους του Αιγαίου περιγράφουν την απροϋπόθετη σχέση της πόλης του Αρχιπελάγους με τη φύση της. Αυτό που προτείνεται δεν είναι ένας αναχρονισμός αλλά μία επίκαιρη εναλλακτική μορφή αστικότητας, μια πόλη προσηλωμένη στο πρόταγμα της ελευθερίας».


– Πώς θα διαρθρωθεί και πώς θα παρουσιαστεί η ελληνική συμμετοχή;


ΗΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ:


«H έκθεση στο ελληνικό περίπτερο στα Giardini, η έκδοση του καταλόγου, μικρά συμπόσια περιγράφουν την τριπλή στρατηγική της ελληνικής παρουσίας στην Μπιενάλε. Στην οργάνωση της έκθεσης επιχειρούμε να εικονοποιήσουμε με εύληπτο τρόπο τη βασική υπόθεση ότι το Αιγαίο είναι μια πόλη. Τα ανθρωπογεωγραφικά δεδομένα και οι θεματικοί χάρτες που θα παρουσιαστούν στην έκθεση σχολιάζουν τις διάχυτες πλάνες που έχουν οδηγήσει σε περιοριστικές περιγραφές του Αιγαίου ως εξωτικού τόπου διακοπών. Στις μακέτες και στις ψηφιακές προβολές της έκθεσης η διασπορά των νησιών, το μικρό τους μέγεθος, η απουσία κεντρικότητας, η σπογγώδης οικιστική δομή τού κάθε νησιού ή η διακριτική ταυτότητα των κατοίκων και των επισκεπτών του δεν περιγράφονται ως αποκλίσεις από μία αστική κανονικότητα αλλά ως η ελκυστική όψη μιας νέας αστικότητας».


KATEPINA ΚΟΤΖΙΑ:


«Ενας ηλεκτρονικός χάρτης δίνει τον παλμό του πλήθους των 6.500.000 που κάθε καλοκαίρι επισκέπτεται το Αιγαίο. Οι ήχοι του Αιγαίου, το λίκνισμα του θαλάσσιου ταξιδιού, ο άνεμος θα χρησιμοποιηθούν στην έκθεση σαν παραπληρωματικά στοιχεία περιγραφής της ταυτότητας του Αρχιπελάγους. Στο προκήπιο του ελληνικού περιπτέρου διάσπαρτα ίχνη του Αρχιπελάγους θα προϊδεάζουν για τη δομή και τη φύση αυτής της εύθραυστης και διάσπαρτης πόλης».


Λ.Π.: «Ο κατάλογος της έκθεσης έχει συντεθεί σαν ένα πολλαπλό βιβλίο 500 σελίδων. Επιστήμονες από διαφορετικές ειδικότητες συζητούν για την ανάδυση του “αρχιπελάγους” και του “νησιού” ως αλληγορικού σχήματος, ενώ κριτικοί της αρχιτεκτονικής συζητούν συστηματικότερα για τη συνεισφορά της αρχιτεκτονικής του Αιγαίου στην κατασκευή της ταυτότητας της πόλης του Αιγαίου. H σύνταξη ενός αρχιτεκτονικού οδηγού και ενός χάρτη της σύγχρονης λόγιας αρχιτεκτονικής στα νησιά του Αιγαίου απογράφει μια τυπολογία απαντήσεων στα ζητήματα που τίθενται από τις πιέσεις ανανέωσης του οικιστικού ιστού. Δύο φωτογραφικά δοκίμια, του Στράτου Καλαφάτη και του Σπύρου Στάβερη, ενισχύουν με ερεθιστική οπτική ύλη το επιχείρημα της έκθεσης. Τέλος, ένα μικρό ανθολόγιο κειμένων εισφέρει μια παραπληρωματική αναπαράσταση του χώρου του Αρχιπελάγους στη λογοτεχνία».


ΚΟΡΙΝΑ ΦΙΛΟΞΕΝΙΔΟΥ:


«H ελληνική παρουσία υποστηρίζεται ακόμη από μία ενότητα τριών σεμιναρίων συζήτησης γύρω από το θέμα του Αρχιπελάγους. H πρώτη συζήτηση έγινε ήδη, πριν από δύο εβδομάδες, στο ερειπωμένο Ξενία του Αρη Κωσταντινίδη στην Ανδρο, με συμμετοχή δώδεκα αρχιτεκτόνων και κριτικών της αρχιτεκτονικής. H συζήτηση κινηματογραφήθηκε και θα “μεταφερθεί” στο περίπτερο σε μορφή φιλμ».


– Τι πιστεύετε ότι προσφέρει στην ελληνική αρχιτεκτονική η συμμετοχή στην Μπιενάλε της Βενετίας;


Λ.Π.: «H Μπιενάλε της Βενετίας είναι η επιτομή της πιο προωθημένης έρευνας στην αρχιτεκτονική διεθνώς. H συμμετοχή της Ελλάδας στην Μπιενάλε έχει ακριβώς την έννοια της αναμέτρησης και της συνεισφοράς της στη συγκρότηση αυτού του διεθνούς διαλόγου για την αρχιτεκτονική. Με την επιλογή της θεματικής του Αρχιπελάγους δηλώνουμε τη διάθεσή μας, ως χώρας, να συζητήσουμε για την πόλη χωρίς να ξαναβρεθούμε μέσα στα ίδια στερεότυπα, για να μην ξαναπαγιδευθούμε στην αναπαραγωγή των απαντήσεων που μας έφεραν στην κρίση της πόλης».


– Πιστεύετε ότι υπάρχει τρόπος να «κεφαλαιοποιεί» η χώρα μας τη συμμετοχή της σε τέτοιες διοργανώσεις περισσότερο από ό,τι ως τώρα;


Λ.Π.: «H ίδια η λέξη που χρησιμοποιήσατε, “κεφαλαιοποίηση”, μπορεί να μας παρασύρει στην ανακύκλωση μιας μίζερης συζήτησης για τους πόρους που διατίθενται από το ΥΠΠΟ. Δεν θέλουμε να γλιστρήσουμε τώρα σε κάτι τέτοιο. Είναι πιο κρυμμένα ζητήματα αυτά που ενοχλούν, όταν δεν υπονομεύουν την όρεξη όσων μπλεκόμαστε σε ανάλογα διαβήματα: ασάφεια των διαδικασιών, βραδύτητα στις αποφάσεις, εκκρεμότητες, αυτοσχεδιασμοί κτλ. – όλα γνωστά. Οπως παραδείγματος χάριν ότι οι κατάλογοι των μπιενάλε, δηλαδή ο προβληματισμός που οι κατάλογοι θέλουν να ανοίξουν, δεν είναι καθόλου εύκολο να κυκλοφορήσουν στα βιβλιοπωλεία ή ότι η πρόσκληση εκδοτών και ειδικευμένων δημοσιογράφων δεν υποβοηθείται κτλ.».


H.K.: «Θα ήταν σημαντικό να υπάρχει μια συνέχεια στις ιδέες και στα θέματα που εμφανίζονται στις μπιενάλε και μετά το πέρας τους. Να αποτελούν αφορμή δηλαδή για εξέλιξη αυτών των ιδεών με συζητήσεις, εκθέσεις, εκδόσεις κτλ. H δυναμική εξέλιξη της συζήτησης που εγκαινίασε η συμμετοχή στην 8η Μπιενάλε, με θέμα “Απόλυτος ρεαλισμός”, είναι ένα πολύ θετικό παράδειγμα».


– Οσον αφορά τις εικαστικές τέχνες, υπάρχει εδώ και χρόνια μια συζήτηση για τη χρησιμότητα του θεσμού των μπιενάλε. Από την εμπειρία σας με την Μπιενάλε της Αρχιτεκτονικής – και με το δεδομένο ότι «φιλοξενείται» από την αρχαιότερη και πιο έγκυρη αλλά ίσως και πιο κουρασμένη και πιο δυσκίνητη μπιενάλε εικαστικών του κόσμου – πιστεύετε ότι οι μπιενάλε ως θεσμοί έχουν μέλλον;


K.K.: «Πράγματι, η υποχρέωση που μια μπιενάλε δημιουργεί στον εαυτό της, επισπεύδοντας το μέλλον, να ανανεώνει κάθε τόσο, κάθε δύο χρόνια, το τοπίο της τέχνης ή της αρχιτεκτονικής, οδηγεί συχνά στη μάταιη εκζήτηση. Πρόκειται για μία παρατήρηση που ενώ γενικά ισχύει, ίσως αφορά περισσότερο τις μπιενάλε των εικαστικών αλλά όχι αναγκαστικά και την Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας, η οποία ξεκίνησε μόλις το 1982. Είναι μάλλον βιαστικό να τη θεωρήσουμε προώρως γηρασμένη…».


K.Φ.: «Πιστεύω ότι υπάρχει μια διαφορά των εκθέσεων αρχιτεκτονικής με αυτές των εικαστικών. H σύγχρονη τέχνη χωρίς θεσμούς, όπως οι μπιενάλε, δεν θα υπήρχε. Αν δούμε τους θεσμούς ως υποχρεωτική συνθήκη για την ύπαρξη της τέχνης, είναι προφανές ότι αποκτούν μια άλλη διάσταση μέσα στην οποία η κούραση και η δυσκινησία είναι αναμενόμενες. Εκ των πραγμάτων η αρχιτεκτονική “εκτίθεται” στην υλοποίησή της. H αρχιτεκτονική σε μια έκθεση δεν μεταφέρεται στη φυσική της διάσταση. Αυτό της επιτρέπει να βρει άλλους δρόμους επικοινωνίας, που στόχο δεν έχουν μόνο την καταγραφή των πεπραγμένων αλλά και τη συζήτηση γύρω από το ποια είναι η στάση της στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής».


– Συχνά ακούγεται ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική ασχολείται με όλα – εκτός από την αρχιτεκτονική. Πώς σχολιάζετε τη διεύρυνση του κλάδου;


H.K.: «Πρόκειται για μια συνηθισμένη ένσταση – γιατί οι αρχιτέκτονες χώνεστε σε ξένα χωράφια; – που διαχέεται άλλοτε ως γκρίνια και άλλοτε ως ειρωνεία. Ωστόσο όχι μόνο η αρχιτεκτονική αλλά και άλλα εκφραστικά πεδία, και όχι μόνο η σύγχρονη αρχιτεκτονική αλλά η αρχιτεκτονική ήδη από την εποχή του Βιτρούβιου, ήθελε να ανιχνεύει και το ευρύτερο γνωστικό και κοινωνικό πεδίο».


Λ.Π.: «Υπάρχει άραγε κάποια, έστω μία, στιγμή που το καινούργιο πρόσωπο που κάθε φορά έδειχνε η αρχιτεκτονική να έχει γίνει ενθουσιωδώς δεκτό; Μάλλον όχι. Ας θυμηθούμε τη διάχυτη απορία για το βραβείο της τελευταίας Μπιενάλε στη βελγική συμμετοχή – μια προσέγγιση μικροσκοπικής ανθρωπολογίας του χώρου. Μήπως ανάλογη επιφύλαξη δεν έχει δημιουργήσει και η μετατοπισμένη θεματική της εφετινής Μπιενάλε απ’ ό,τι συνήθως λέγεται αρχιτεκτονική προς το γήπεδο της πόλης και συνεπώς της κοινωνίας; Ομως αυτό ακριβώς: οι άνθρωποι, οι πόλεις, ο χώρος της πόλης είναι ό,τι δίνει στην αρχιτεκτονική την αιτία της και αυτό που την κρίνει».


Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ 06/08/2006, συνέντευξη στον Αυγουστίνο Ζενάκο 

Διαφήμιση