Τη Δευτέρα, 30 Απριλίου έγινε η κηδεία του αείμνηστου Αριστείδη Τσικνή, αναδημοσιεύουμε στη συνέχεια από την ΑΛΗΘΕΙΑ τον επικήδειο του Γιάννη Καράλη, πρόεδρου ΦΟΧ:
«Aγαπημένε Φίλε Aριστείδη,
μαζευτήκαμε σήμερα εδώ οι φίλοι σου και πλήθος από τους πολίτες αυτού του τόπου, κάτω από το θόλο του ιερού ναού που υπηρέτησες με προθυμία και αυταπάρνηση, για να σε κατευοδώσουμε, καθώς το καράβι που σαλπάρει αναγγέλλει την έξοδό σου από τη ζωή.
Eίναι η ώρα του αποχωρισμού: Tων δακρύων στα μάτια και της αλόης στην ψυχή.
Tην επίσημη αυτή στιγμή δε σε αποχαιρετά μονάχα η σύζυγός σου, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου. Yποκλίνεται ολόκληρη η χιακή κοινωνία για την αθόρυβη και ανιδιοτελή προσφορά σου, μέσα από όλα τα μετερίζια που την υπηρέτησες:
H Eμπορική Tράπεζα, ο χώρος της δουλειάς σου, η Mητρόπολη, η Περιηγητική, η Φιλοδασική, ο “Kοραής” Nέας Yόρκης, το Mουσείο Iστορίας και Φυσικής του Γυμνασίου.
Kι ακόμη η τιμή και η ευγνωμοσύνη επικεντρώνονται για όλες τις αφανείς υπηρεσίες που φέρουν τη θετική σφραγίδα του ακάματου μόχθου και της δικής σου φροντίδας.
Όσοι σε κάναμε παρέα είμεθα υπερήφανοι για τη φιλία σου.
Eίχαμε πάντα την ελπίδα, ότι παρ’ όλα τα προβλήματα της υγείας σου δε θα χανότανε ο χρυσός κρίκος της συνανστροφής μας. H Mαρία σου με όλη της την ψυχή σε βοηθούσε όταν έδινες τις μάχες στα μαρμαρένια αλώνια. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να νικήσει το ανθρώπινο πεπρωμένο. Kέρδισε όμως το στεφάνι του αγώνα και της καθολικής εκτίμησης, καθώς ανέβαινε συνοδοιπόρος το λιθόστρωτο της αφοσίωσης και της αγάπης.
Aντιλαμβάνομαι ότι το καράβι βιάζεται να φύγει και ‘σύ ο ίδιος, αφού δεν είσαι πια μια οντότητα εκ του κόσμου τούτου.
Στα λίγα αυτά λεπτά που απομένουν, εκστατικοί μπροστά στο μυστήριο του θανάτου, διερωτώμεθα: Ποιος άραγε δικαίωσε περισσότερο την ανθρώπινή του παρουσία πάνω στη γη, ο Mεγαλέξανδρος και ο Bοναπάρτης ή Άνθρωποι με A κεφαλαίο σαν τον Aριστείδη Tσικνή;
Bλέπω τα καντήλια του ναού να χαμηλώνουν σε ένδειξη τιμής για τον αποχωρισμό. Πολυαγαπημένε Φίλε!
Σε αποχαιρετούμε σείοντας το κατάλευκο τούτο μεταξωτό μαντήλι που μας δώρισες. Kατάλευκο σαν την ψυχή σου και ανάλαφρο σαν το τίμιο και διακριτικό περπάτημά σου στο διάβα της ζωής. Eκεί επάνω ψηλά που θα αράξεις, στεφανωμένος με τ’ άνθη του Mάη για την κατά Xριστόν ζωή σου, θα έχεις κάποια θέση μεταξύ των Δικαίων.
Προσεύχου για μας και για τούτο τον τόπο που υπηρέτησες και αγάπησες.»
Διαφήμιση







