Αρχική Απόψεις Aρθρα ΠΕΠΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ: Περί της αληθούς μαγείας του Καραγκιόζη

ΠΕΠΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ: Περί της αληθούς μαγείας του Καραγκιόζη

23

 ΕΝ-ΣΤΑΣΕΙΣ


Περί της αληθούς μαγείας του Καραγκιόζη


Της ΠΕΠΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ


Δεν υπάρχει ίσως λαμπρότερο δείγμα της ελληνικής σχιζοείδιας από τις πολλαπλές, αντίπαλες ή συμπληρωματικές, σημασίες της λέξης Καραγκιόζης. Λέξη που σημαίνει το λαϊκό μας θέατρο σκιών, το οποίο κέρδισε το θαυμασμό του Σικελιανού και ενέπνευσε την Κοτοπούλη, τον Τσαρούχη και τον Διαμαντόπουλο, τον Εγγονόπουλο, τον Κουν, τη Ραλλού Μάνου, τον Χατζιδάκι και τον Σαββόπουλο. Και ταυτόχρονα λέξη που εκφράζει την απόλυτη απαξίωση και που, μαζί με το παράγωγο «καραγκιοζιλίκια», σηματοδοτεί τη γελοιότητα, την απάτη, την έλλειψη αξιοπρέπειας.


Ετοιμο να ριχτεί στη μάχη της καταγωγής, ένα είδος εθνικού λόγιου ξιφουλκεί για να αποδείξει μεγαλομανιακά ότι ο «ξυπόλυτος» είναι ο κατ’ ευθείαν απόγονος του Αριστοφάνη και των σκιών του σπηλαίου της πλατωνικής Πολιτείας. Στον αντίποδα του μεγαλομανιακού, ο μαζοχιστής διαβεβαιώνει με επιστημονικοφανή αντικειμενικότητα πως ο Καραγκιόζης είναι οπωσδήποτε τουρκικός, αγνοώντας τους Κινέζους, τους Ινδούς, τους Πέρσες, τους Σύρους και όλη τη Βόρεια Αφρική και παραβλέποντας ότι οι πολιτισμικές συνθήκες απαγόρευσαν στο τουρκικό θέατρο σκιών να αποκτήσει το χαρακτήρα της αιχμηρής πολιτικής σάτιρας που διέπει το ελληνικό.


Σύμφωνα με τις αντικρουόμενες αλλά συμπληρωματικές αυτές απόψεις, ο Καραγκιόζης δεν εκπροσωπούσε λοιπόν παρά τη δόξα της υποτιθέμενης απόλυτης πρωτοτυπίας μας είτε την ντροπή της δουλικής αντιγραφής μας. Και οι ίδιοι οι καραγκιοζοπαίχτες, με το βίο τους που συνέχιζε στη ζωή τον κόσμο του μπερντέ, βοηθούσαν σε αυτή την αμφισημία ισορροπώντας συχνά ανάμεσα στο περιθωριακό και το ηγεμονικό, το μεγαλείο του καλλιτέχνη που ήταν από μόνος του ένας θίασος και την κομπίνα του ανθρώπου που παλεύει να ζήσει ενάντια στις πιο αντίξοες συνθήκες.


Στο θέατρο ο Συναδινός, ο Θέμελης, ο Δαμιανός, ο Σκούρτης, ο Κουν και άλλοι δοκίμασαν να αξιοποιήσουν συγγραφικά και σκηνοθετικά θέματα και τρόπους που εκκινούσαν περισσότερο ή λιγότερο άμεσα από τον Καραγκιόζη. Τα επιτεύγματά τους ωστόσο στο πεδίο αυτό, όσο σημαντικά και αν ήταν, έβρισκαν μπροστά τους ένα αξεπέραστο όριο: Τις ίδιες τις παραστάσεις των μεγάλων μαστόρων, σαν τον Ευγένιο, τον Μάνθο, τον Γιάνναρο, τον Βάγγο ή τον Σπυρόπουλο, που ξεχείλιζαν και ξεχειλίζουν από μια τόσο μεγάλη δύναμη ευρηματικότητας και αυτοσχεδιασμού, που το θέατρο της πρόζας δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί.


Ο Δήμος Αβδελιώδης είχε ασχοληθεί με τον Καραγκιόζη όταν σκηνοθέτησε πριν από μερικά χρόνια στη «Σφενδόνη» το «Λίγα από όλα» του Αντώνη Μόλλα, ακολουθώντας από πολύ κοντά τους κώδικες του ελληνικού θεάτρου σκιών. Συγκρίνοντας την ενδιαφέρουσα εκείνη παράσταση με το έργο «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος», που έγραψε και σκηνοθέτησε πρόσφατα ο ίδιος και που παρουσιάστηκε στο «Παλλάς», νιώθω ότι δεν ήταν παρά ένα εργαστήριο που οδήγησε στο σημερινό του βήμα.


Το έργο και η παράσταση που ανέβηκε στο «Παλλάς» είναι ένα βήμα καίριο όχι μόνο για τη μοντέρνα αξιοποίηση του πολύτιμου αυτού είδους, αλλά και για το θέατρό μας γενικότερα και για την αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο μπορεί κανείς να δημιουργήσει βασισμένος στους λαϊκούς κώδικες. Ο πυρήνας της ευτυχισμένης αυτής προσπάθειας θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: Ο Αβδελιώδης σώζει την ψυχή του Καραγκιόζη διότι δεν διστάζει να συνομιλήσει με τον ανώνυμο καλλιτέχνη ως δημιουργός προς δημιουργό και άρα τυπικά να προδώσει όπου χρειάζεται, όχι τον ίδιο, αλλά την επίπλαστη εικόνα που έχει επιβληθεί για το μεγάλο αυτό θέατρο.


Ολα στο έργο και στην παράσταση είναι ταυτοχρόνως απόλυτα πιστά στο είδος και ριζικά μετακινημένα. Ο υπερήρωας Μέγας Αλέξανδρος μεταμορφώνεται σε ένα μικρό αγοράκι, παιγμένο από κορίτσι, που ψάχνει κουρασμένο για να βρει το χαμένο άλογό του τον Βουκεφάλα και κάποτε κλαίει. Το ηρωικό του ήθος μάς γίνεται έτσι πιο οικείο και αποκτά κάτι το σπαρακτικό που μας αγγίζει πιο άμεσα. Οι φωνές όλων των ερμηνευτών παλινδρομούν με επιτυχία από την εκφορά των προσώπων του μπερντέ στο ύφος ενός λιτού ποιητικού θεάτρου, με καθηλωτική δύναμη. Η κίνηση εμπνέεται από τον Καραγκιόζη χωρίς να τον αντιγράφει και, εύστοχα υπογραμμισμένη από τη μουσική, φέρνει στο νου, όπως και η φιγούρα του δράκου, αναλογίες του θεάτρου της Απω Ανατολής. Και το παιχνίδι με τα φώτα, τα μινιμαλιστικά σκηνικά και τις σίτες πολλαπλασιάζει ευρηματικά τη γοητεία του μπερντέ, υλοποιώντας θεατρικά έναν κόσμο μαγείας που είναι και κόσμος ουσίας.


Δεν ξέρω τι έχει αποφασιστεί να μας εκπροσωπήσει στο Πεκίνο για την Ολυμπιάδα. Το έργο για το οποίο μιλώ θα μπορούσε να δώσει την Ελλάδα που, αντί να επαίρεται ή να μεμψιμοιρεί, τολμά τη δημιουργία.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/02/2008

Διαφήμιση