Σε ημερίδα για «Αποκατάσταση των οχυρώσεων του Κάστρου της Χίου, δυσκολίες και προοπτικές ενός σημαντικού έργου».

Καλωσορίζω τον Πρόεδρο του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για τα Αρχαιολογικά Έργα κ. Βασίλη Οικονομόπουλο και τους συνεργάτες του στο Νησί μας, και συγχαίρω την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου και την 3η ΕΒΑ για την πρωτοβουλία τους για την οργάνωση αυτής της ημερίδας. Πιστεύω ότι η επιστημονική αυτή συνάντηση θα καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα που θα μας βοηθήσουν, ώστε να θέσουμε ισχυρά θεμέλια για την ανάδειξη του Κάστρου της Χίου.
Το Κάστρο της Χίου, είναι ένα αρχαιολογικό μνημείο, τα τείχη του οποίου περικλείουν ένα αξιόλογο οικιστικό σύνολο, που κατοικείται με 650 κατοίκους. Μια κατοίκηση που μαρτυρείται από τους Ελληνιστικούς χρόνους και φτάνει ως τις μέρες μας. Το χαρακτηριστικό αυτό του μνημείου, να αποτελεί ένα οικιστικό σύνολο μέρος του αστικού ιστού της πόλεως, αποτελεί μια ιδιαιτερότητα που καθιστά την ανάδειξή του και την διαχείρισή του δυσχερέστερη.
Από το 1924 που η ελληνική Πολιτεία, έλαβε μέτρα προστασίας του μνημείου, χαρακτηρίζοντάς το ως διατηρητέο αρχαιολογικό και ιστορικό χώρο μέχρι τις μέρες μας, εξαιτίας του ιδιαίτερου χαρακτήρα του ως ζωντανού οικισμού, το Κάστρο της Χίου αποτελεί για την τοπική κοινωνία αντικείμενο έντονης συζήτησης για το ρόλο του. Σήμερα αναπτύσσεται μια προβληματική, σχετικά με την αντιμετώπιση των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται στον αστικό ιστό.
Ορισμένοι θεωρούν τα μνημεία ως υπολείμματα του χτισμένου περιβάλλοντος μιας άλλης εποχής που περιέπεσαν σε αχρηστία και ίσως αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη της πόλεως. Μια τέτοια θεώρηση είναι σαφές ότι θέτει ως μόνη προσέγγιση την χρηστική λειτουργία της πόλης και υποτιμά την πολιτιστική της διάσταση. Οι αρχαιολογικοί χώροι βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της προβληματικής, αφού δεν προσφέρονται για επανάχρηση με την στενή λειτουργική έννοια, ενώ παράλληλά διεκδικούν το χώρο στην πόλη. Η ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων αποτελεί σήμερα το μεγάλο στοίχημα γιατί φανερώνει έμπρακτα περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση διατήρησης της ιστορικής κληρονομιάς, τις αξίες που αναγνωρίζουμε στην αρχαιολογική κληρονομιά. Κατά τη γνώμη μου ο αρχαιολογικός χώρος δεν αποτελεί μεμονωμένο μνημείο αλλά μέρος ενός ευρύτερου πολιτισμικού και χωρικού περιβάλλοντος.
Υπάρχει μια κλιμακούμενη σχέση-συνάφεια των μνημείων με την καθημερινή ζωή, ώστε ο αρχαιολογικός χώρος να μην αποτελέσει ένα απομεινάρι του παρελθόντος που εξαιρείται από την σημερινή πόλη, αλλά αντιθέτως ένα ιδιαίτερο μέλος της. Οι αρχαιολογικοί χώροι-όπως το Κάστρο της Χίου-πρέπει να θεωρούνται ενεργοί τόποι της πόλεως, όχι μόνον για επίσκεψη αλλά ως ζωντανοί χώροι αναφοράς στη συλλογική μνήμη των κατοίκων και στην καθημερινή τους ζωή. Το παρελθόν διεκδικεί το χώρο στην πόλη, όχι γιατί είναι παρελθόν αλλά επειδή είναι ενεργό, και ο αρχαιολογικός χώρος δεν πρέπει να διατηρείται ως «μουσειακό» αντικείμενο, αλλά ως ενεργό αντικείμενο στη ζωή της πόλεως.
Σε κάθε περίπτωση όμως σταθερό κριτήριο νομιμοποίησης της όποιας επέμβασης πρέπει να παραμένει ο αρχαιολογικός χώρος και όχι κάποιος αισθητικός αυτοσκοπός. Κάθε σχεδιασμός για τον χώρο πρέπει να στοχεύει και τελικά να επιτυγχάνει τη διατήρηση και την ανάδειξη της αυθεντικότητας των μνημείων. Η συνθετική πρόταση σχεδιασμού για την προστασία και ανάδειξη του συγκεκριμένου αρχαιολογικού χώρου πρέπει να προκύψει από την προσεκτική ιστορική τεκμηρίωση και ερμηνεία, που θα κατευθύνει στη συνέχεια τις επεμβάσεις κάθε κλίμακας που θα επιχειρηθούν στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης πρότασης.
Σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της ημερίδας σας και πιστεύω ότι η ανταλλαγή απόψεων και σκέψεων θα καταλήξει σε παραγωγικές προτάσεις για την ανάδειξη του Κάστρου της Χίου ως ιδιαίτερης αξίας μνημείου. Με την ευκαιρία της σημερινής μας συνάντησης θέλω να σας μεταφέρω την βούληση του Υπουργού Πολιτισμού κ. Αντώνιου Σαμαρά να ενταχθεί το έργο των οχυρώσεων του Κάστρου στο ΕΣΠΑ, με γενναία χρηματοδότηση που πλησιάζει τα 5 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την πρόταση της 3ης ΕΒΑ και του Ταμείου. Άρα η σημερινή συνάντηση και συζήτηση κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική διότι θα θέσει τα θεμέλια μιας ολοκληρωμένης πρότασης για την ανάδειξη του μνημείου.
Ιωάννης Γ. Κοσμίδης
Βουλευτής Χίου
Το Κάστρο της Χίου, είναι ένα αρχαιολογικό μνημείο, τα τείχη του οποίου περικλείουν ένα αξιόλογο οικιστικό σύνολο, που κατοικείται με 650 κατοίκους. Μια κατοίκηση που μαρτυρείται από τους Ελληνιστικούς χρόνους και φτάνει ως τις μέρες μας. Το χαρακτηριστικό αυτό του μνημείου, να αποτελεί ένα οικιστικό σύνολο μέρος του αστικού ιστού της πόλεως, αποτελεί μια ιδιαιτερότητα που καθιστά την ανάδειξή του και την διαχείρισή του δυσχερέστερη.
Από το 1924 που η ελληνική Πολιτεία, έλαβε μέτρα προστασίας του μνημείου, χαρακτηρίζοντάς το ως διατηρητέο αρχαιολογικό και ιστορικό χώρο μέχρι τις μέρες μας, εξαιτίας του ιδιαίτερου χαρακτήρα του ως ζωντανού οικισμού, το Κάστρο της Χίου αποτελεί για την τοπική κοινωνία αντικείμενο έντονης συζήτησης για το ρόλο του. Σήμερα αναπτύσσεται μια προβληματική, σχετικά με την αντιμετώπιση των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται στον αστικό ιστό.
Ορισμένοι θεωρούν τα μνημεία ως υπολείμματα του χτισμένου περιβάλλοντος μιας άλλης εποχής που περιέπεσαν σε αχρηστία και ίσως αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη της πόλεως. Μια τέτοια θεώρηση είναι σαφές ότι θέτει ως μόνη προσέγγιση την χρηστική λειτουργία της πόλης και υποτιμά την πολιτιστική της διάσταση. Οι αρχαιολογικοί χώροι βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της προβληματικής, αφού δεν προσφέρονται για επανάχρηση με την στενή λειτουργική έννοια, ενώ παράλληλά διεκδικούν το χώρο στην πόλη. Η ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων αποτελεί σήμερα το μεγάλο στοίχημα γιατί φανερώνει έμπρακτα περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση διατήρησης της ιστορικής κληρονομιάς, τις αξίες που αναγνωρίζουμε στην αρχαιολογική κληρονομιά. Κατά τη γνώμη μου ο αρχαιολογικός χώρος δεν αποτελεί μεμονωμένο μνημείο αλλά μέρος ενός ευρύτερου πολιτισμικού και χωρικού περιβάλλοντος.
Υπάρχει μια κλιμακούμενη σχέση-συνάφεια των μνημείων με την καθημερινή ζωή, ώστε ο αρχαιολογικός χώρος να μην αποτελέσει ένα απομεινάρι του παρελθόντος που εξαιρείται από την σημερινή πόλη, αλλά αντιθέτως ένα ιδιαίτερο μέλος της. Οι αρχαιολογικοί χώροι-όπως το Κάστρο της Χίου-πρέπει να θεωρούνται ενεργοί τόποι της πόλεως, όχι μόνον για επίσκεψη αλλά ως ζωντανοί χώροι αναφοράς στη συλλογική μνήμη των κατοίκων και στην καθημερινή τους ζωή. Το παρελθόν διεκδικεί το χώρο στην πόλη, όχι γιατί είναι παρελθόν αλλά επειδή είναι ενεργό, και ο αρχαιολογικός χώρος δεν πρέπει να διατηρείται ως «μουσειακό» αντικείμενο, αλλά ως ενεργό αντικείμενο στη ζωή της πόλεως.
Σε κάθε περίπτωση όμως σταθερό κριτήριο νομιμοποίησης της όποιας επέμβασης πρέπει να παραμένει ο αρχαιολογικός χώρος και όχι κάποιος αισθητικός αυτοσκοπός. Κάθε σχεδιασμός για τον χώρο πρέπει να στοχεύει και τελικά να επιτυγχάνει τη διατήρηση και την ανάδειξη της αυθεντικότητας των μνημείων. Η συνθετική πρόταση σχεδιασμού για την προστασία και ανάδειξη του συγκεκριμένου αρχαιολογικού χώρου πρέπει να προκύψει από την προσεκτική ιστορική τεκμηρίωση και ερμηνεία, που θα κατευθύνει στη συνέχεια τις επεμβάσεις κάθε κλίμακας που θα επιχειρηθούν στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης πρότασης.
Σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της ημερίδας σας και πιστεύω ότι η ανταλλαγή απόψεων και σκέψεων θα καταλήξει σε παραγωγικές προτάσεις για την ανάδειξη του Κάστρου της Χίου ως ιδιαίτερης αξίας μνημείου. Με την ευκαιρία της σημερινής μας συνάντησης θέλω να σας μεταφέρω την βούληση του Υπουργού Πολιτισμού κ. Αντώνιου Σαμαρά να ενταχθεί το έργο των οχυρώσεων του Κάστρου στο ΕΣΠΑ, με γενναία χρηματοδότηση που πλησιάζει τα 5 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την πρόταση της 3ης ΕΒΑ και του Ταμείου. Άρα η σημερινή συνάντηση και συζήτηση κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική διότι θα θέσει τα θεμέλια μιας ολοκληρωμένης πρότασης για την ανάδειξη του μνημείου.
Ιωάννης Γ. Κοσμίδης
Βουλευτής Χίου
Διαφήμιση







