Απόγευμα, μόλις είχαμε αποφάει την σαλάτα μας και έφυγαν οι φίλοι, ό,τι και είχε πάρει να φυσά ένας δυνατός παγερός βοριάς, να σου ο παπά Μανώλης στην πόρτα με την αγιαστούρα!
Εδώ στα ψηλά του χωριού όλα τα σπίτια είναι κενά, δεν μένει κανείς πια, μόνο στο δικό μου βρήκε πνοή να του ανοίξει πόρτα, έτσι μου είπε, κι ήτανε γελαστός και πολύ ευτυχής με την αποστολή του.
Είναι πολύ νέος ο παπά Μανώλης, γύρω στα 25, τον ξέρω από παιδάκι του δημοτικού αλλά μου ήταν πολύ εύκολο σήμερα, πρώτη φορά που τον συνάντησα ως ιερέα, να τον προσφωνήσω παπά Μανώλη και όχι Μανωλάκη. Πρώτη φορά έγινε και αγιασμός στο σπίτι μου διότι κατά τα 5 σχεδόν χρόνια που μένω στο χωριό δεν είχε εμφανιστεί ποτέ ο πρώην παπά Γιώργης των Φώτων να με αγιάσει. Λόγω που έχω εκείνη την κόκκινη παντιέρα στο μπαλκόνι αλλά και που έχω γραμμένο κι ένα βιβλίο για τη δεξιά τσέπη του ράσου και όποιος δεν ξέρει αλλά έχει άλλους ακουστά, τερατολόγους ως συνήθως, λέει πως είμαι άθεος, εξ ου την είχε έτσι πατήσει και εκείνος.
Ο παπά Μανώλης όμως τα αψήφισε όλα αυτά και ήρθε. Μπήκε, μου έκανε έναν αγιασμό, τον κέρασα μια σούμα για το κρύο, την ήπιε μπαμ και κάτω και έφυγε στα γρήγορα, να πάει παρακάτω!
του Γιάννη Μακριδάκη (από τη σελίδα του στο facebook)
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: από το παλιό αναγνωστικό της Α’ δημοτικού







