Αρχική Green Life Ανθρώπων Ιστορίες Για την προγιαγιά μου που μιλούσε στα φυτά, του Σιδερή Τσούρου

Για την προγιαγιά μου που μιλούσε στα φυτά, του Σιδερή Τσούρου

280

Η προγιαγιά μου, η Σταματία Πισσάνου, γεννήθηκε νομίζω το 1903 στον Βροντάδο, και βαστούσε το γένος Πειθή. Από αυτό το γένος κρατούσε και η ιστορία ενός προγόνου που, στον πόλεμο της Απελευθέρωσης, σκότωσε με μια πέτρα έναν Τούρκο στον Άγιο Μακάριο. Η ίδια έμοιαζε βγαλμένη από σελίδες παλαιών εποχών: γυναίκα σκληροτράχηλη, αυστηρή, ταυτόχρονα με χιούμορ και κάποτε αθυρόστομη, δυνατή σαν βράχος, με μια μυθιστορηματική ζωή. Απέκτησε τέσσερις κόρες κι έναν γιο, εγγόνια διάσπαρτα σε Ελλάδα και Αμερική, δισέγγονα και τρισέγγονο το γιό μου.
Στην Κατοχή, με τον άντρα της αποκλεισμένο στα ξένα, έπαιρνε στον ώμο τα προικιά των κορών –μπακπάκ δεν υπήρχαν– και περπατούσε στα δυο άκρα της Χίου ως τη Βολισσό ή την Καλαμωτή. Μιλάμε για αποστάσεις 40 και βάλε χιλιόμετρα. Εκεί ξεπουλούσε τις πραμάτειες, για να επιστρέψει με ένα τσουβάλι αλεύρι ή ένα τενεκέ λάδι. Με τα πόδια, μέσα στη νύχτα, με άλλες γυναίκες.

Μετά βρέθηκε με τον προπάππο μετανάστρια στην Αμερική. Οι φωτογραφίες που σώθηκαν δείχνουν ένα ημιυπόγειο με ένα τραπέζι, τέσσερις καρέκλες και ένα κρεβάτι: καταστάσεις που θα ’λεγες πως θυμίζουν μετανάστες στα άνω πατησια στους οποίους σήμερα αποστρέφουμε το βλέμμα. Κι όμως, εκείνη έγινε American citizen, έπαιρνε σύνταξη, και στις γιορτές μάς μοίραζε με ανάμεικτη φειδώ και περηφάνια ένα δολάριο∙ σαν να μας χάριζε κομμάτι από τον άλλο της κόσμο.

Η Σταματία ζύμωνε μεγάλες ποσότητες αλεύρι με αργές αλλά σταθερές κινήσεις Ιάπωνα παλαιστή σούμο, έφτιαχνε χειροποίητα μακαρόνια, έσφαζε κότες σαν να καθάριζε μαρούλια. Έπλεκε με μανία βελονάκι κουβέρτες, κουρτίνες, τραπεζομάντηλα. Κάποια στιγμή εμπνεύστηκε από ένα αμερικανικό περιοδικό που έπεσε στα χέρια της και επεκτάθηκε στα καπάκια αναψυκτικών, τα έντυνε με βελονάκι και τα έκανε πολύχρωμες βάσεις για κατσαρόλες∙ σκανδιναβικό design πριν από το ίδιο το design.

Όμως το μεγαλύτερό της χάρισμα ήταν άλλο:
μιλούσε στα φυτά. Δεν ήταν μόνο ότι «έπιανε το χέρι της», όπως έλεγαν όλοι. Ήταν πως τα χάιδευε, τα κανάκευε, τους τραγουδούσε, κι εκείνα της απαντούσαν ανθίζοντας. Έβαζε ένα κλαράκι γαρδένιας σ’ ένα φλιτζάνι καφέ κι αυτό, ρίζωνε. Η ίδια ήταν σίγουρη ότι τα φυτά την ακούνε και ότι είναι σαν τα ζώα, απλά είναι διαφορετικά. Και ο κήπος της γεμάτος τενεκέδες με φυτά, ήταν πυκνός και ολόφρεσκος, ένας κόσμος δροσιάς που μιλούσε τη γλώσσα της.

Εγώ, από παιδί, στην Αθήνα μεγαλωμένος, αλλά κάθε καλοκαίρι στη Χίο, έστηνα από μικρός κήπους με ντομάτες, ξυλάγγουρα, μελιτζάνες. Ενδιάμεσα έβαζα διαβοντράκια να ομορφαίνει ο μπαξές όπως μου είχε δείξει ο κύριος «Κουκής» (αυτό ήταν το τσούκλι του) που είχε μπακάλικο και χωράφια δίπλα στο σπίτι μας στον Άγιο Σίδερο. Οι γυναίκες της οικογένειας αποφάνθηκαν: «πιάνει το χέρι του», πήρε το χάρισμα της προγιαγιάς. Κι εγώ το πίστεψα, παρότι μετρώ αμέτρητες αποτυχίες.

Μεγαλώνοντας, έπιανα τον εαυτό μου να μιλάει στα φυτά: να τα επαινώ όταν έβγαζαν νέα κλωνάρια, να τα χαϊδεύω όταν μάραναν. Στον Βροντάδο, στη Βολισσό, αργότερα στην Αθήνα, στη Μάλτα. Στην πόλη, στο μπαλκόνι το έκανα στα κρυφά, μην τυχόν με δουν οι γείτονες και με κοροϊδέψουν ή με περάσουν για παλαβό. Στον Σκαριώτη, όμως, μέσα στην ερημιά, μιλούσα ανοιχτά στα κυπαρίσσια, στους κάκτους, στις πορτοκαλιές που αγωνίζονταν να βγάλουν καρπό μέσα στην ξηρασία. Κανονική συζήτηση. Έστησα αυτόματα ποτίσματα σε τρία σπίτια Βολισσό, Αθήνα, Μάλτα, για να μην λείψει σε κανένα τους το νερό, καθώς εγώ λείπω συχνά από παντού.

Κι ύστερα ήρθαν οι φωτιές της προηγούμενης εβδομάδας. Στη Βολισσό, καμένα τα κυπαρίσσια, καμένες οι πορτοκαλιές με τους καρπούς ακόμη πάνω, άγουρους και βρασμένους από τη φωτιά. Τους είχα μιλήσει τόσες και τόσες φορές, τους είχα υποσχεθεί καλή ζωή, και τώρα χάθηκαν μόνα, ανήμπορα, αποτέλεσμα μιας πραγματικότητας που φτιάξαμε εμείς οι άνθρωποι. Γιατί τα δέντρα δεν εκκενώνουν. Δεν φεύγουν. Στέκονται και καίγονται.
Κι εμένα με πονάει που δεν ήμουν εκεί να τους ψιθυρίσω, έστω, ένα τελευταίο «κρατηθείτε, θα ρίξουν νερό». Που δεν έριξαν βέβαια ποτέ. Είμαι βέβαιος πως την ώρα που η φωτιά πλησίαζε, τα δέντρα φώναζαν σε κάποια άλλη συχνότητα∙ ή τουλάχιστον ψιθύριζαν μεταξύ τους. Αλλά αυτή είναι μια ιστορία που ίσως ειπωθεί σε άλλο χρόνο.

Του Σιδερή Τσούρου, δικηγόρος, πρώην Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Χίου

Για την προγιαγιά μου και τ
Διαφήμιση