Υπάρχουν άνθρωποι που μετρούν τον χρόνο με το ρολόι. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που τον μετρούν με τις ανατολές. Η Μαρία Μαυρογιώργη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Στην πόλη της Χίου, πριν ακόμη ξυπνήσουν οι δρόμοι, πριν ανοίξουν τα παράθυρα των σπιτιών και πριν ακουστεί η πρώτη ανθρώπινη φωνή, εκείνη κάθεται στο μπαλκόνι της με ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια. Δεν βιάζεται. Δεν περιμένει τίποτε. Απλώς αφήνεται στη σιωπή της αυγής.
Απέναντί της απλώνονται τα πλατάνια, ενώ ένα ψηλό πεύκο γεμίζει κάθε πρωί από πουλιά. Έρχονται από παντού, σαν να έχουν δώσει ένα μυστικό ραντεβού με την καινούργια μέρα. Κελαηδούν όλα μαζί, όχι για να διακόψουν τη σιωπή, αλλά για να της δώσουν φωνή.
«Όταν τα ακούω», μου είπε, «η ψυχή μου αγαλλιάζει. Γλυκαίνει. Ηρεμεί.»
Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Υπήρχαν άνθρωποι που θα προσπαθούσαν να εξηγήσουν αυτό το συναίσθημα. Η Μαρία δεν είχε ανάγκη από εξηγήσεις. Το ζούσε.
Μπροστά της κυλάει ο ποταμός. Ο κάμπος απλώνεται ήσυχος, γεμάτος περιβόλια, σαν να ανασαίνει μαζί με τη γη. Και στο βάθος, σχεδόν ακίνητα μέσα στον χρόνο, δύο κυπαρίσσια υψώνονται στον ορίζοντα.
Ανάμεσά τους γεννιέται κάθε πρωί ο ήλιος.
Η Μαρία δεν κουράστηκε ποτέ να τον περιμένει. Τον κοιτάζει να ανεβαίνει αργά, να σκορπίζει τις πρώτες του ακτίνες, να μεταμορφώνει το πράσινο σε χρυσάφι. Εκείνη την ώρα ο κόσμος μοιάζει να κρατά για λίγο την αναπνοή του.
Η πόλη ακόμη κοιμάται.
Δεν ακούγονται αυτοκίνητα, ούτε βιαστικά βήματα, ούτε φωνές. Μόνο ο αέρας, τα πουλιά και το φως που απλώνεται αθόρυβα πάνω στη γη.
«Για αυτά ζω», μου είπε.
Το είπε τόσο απλά, σαν να μιλούσε για κάτι αυτονόητο.
«Αυτή είναι η χαρά της ζωής μου.»






