Αρχική Green Life Ανθρώπων Ιστορίες Μνήμες Μικράς Ασίας- Βάσος Πετράς, γράφει η Σ. Καρασούλη

Μνήμες Μικράς Ασίας- Βάσος Πετράς, γράφει η Σ. Καρασούλη

455

Γκρίζα, βροχερή μέρα στο Βανκούβερ, ό,τι πρέπει για μια επίσκεψη.
Ο κυρ-Βασίλης μάς ανοίγει την πόρτα: “Καλώς τους!
Βάσος Πετράς,” απλώνει το χέρι σε μένα και στον πατέρα μου.

Ήρθαμε για βίζιτα με την γνωστή του κυρία Έλλη.
“Μένει μόνος, την θέλει την παρέα” είχε πει η καλή κυρία Έλλη. “Δεν καλοβλέπει κιόλας.”

Ναι, δεν καλοβλέπει. Με το μπαστουνάκι, ψηλαφώντας τους τοίχους, μας οδηγεί στο καθιστικό.
“Ελλη, θα μας φτειάξεις καφεδάκι;”
Η κυρία Έλλη εξαφανίζεται στην κουζίνα κι εμείς αρχινούμε την κουβέντα.
“Από την Χίο, λοιπόν; Εκεί γιόρτασα τα γενέθλιά μου σαν ήμουνα πέντε χρονώ.”

Είχαμε ακούσει απέξω-απέξω από την κυρία Έλλη την ιστορία του, μα τώρα θα μας την πει ο ίδιος.
Χείμαρρος ξεχύνονται οι πικρές αναμνήσεις.

Ο αείμνηστος Βάσος Πετράς (1918-23/3/2014) σε μεγάλη ηλικία
ΑΡΧΕΙΟ: Σοφία Καρασούλη

“Ήρθαμε από απέναντι, από τη Μικρά Ασία. Ήμουνα πολύ μικρός, μα τα θυμάμαι όλα. Σαν όνειρο… σαν ένα κακό όνειρο. Μας έβαλε στη βάρκα ο πατέρας μου, τη μητέρα μου με το μωρό στην αγκαλιά, κι εμένα. Είπε πως θα’ρθει να μας βρει, αλλά δεν ήρθε ποτέ.
Ρωτούσε η μητέρα μου όσους εφτάνανε, γνωστούς κι άγνωστους, κανείς δεν ήξερε να της πει. Τι απόγινε δεν το μάθαμε.
Εμείς εμέναμε σε κάτι αντίσκηνα στη Χἰο, ο ένας πάνω στον άλλο.

Μας δίνανε άσπρο οινόπνευμα και τριβόμασταν για να καθαρίσουμε -πού να βρεθεί νερό για μπάνιο. Αυτό το κάνω και τώρα που δεν καλοβλέπω. Έρχεται η νοσοκόμα μια στις τόσες να με βοηθήσει να πλυθώ, μα καθημερινά έχω το οινόπνευμα”.

Η κυρία Έλλη έρχεται με τα καφεδάκια. Ανοίγομε το κουτί με τα χιώτικα λουκούμια που φέραμε, αγορασμένα από το ελληνικό παντοπωλείο, τον “Παρθενώνα”.

“Μαστίχα, αγαπημένη γεύση! Αργότερα τη γεύτηκα, βέβαια, όχι στη Χίο. Πού να τα βρούμε τα λουκούμια τότε, πρόσφυγες. Το λοιπόν, εκεί στα αντίσκηνα έγινα πέντε χρονών. Μαύρα γενέθλια… Και σε λίγους μήνες μάς μεταφέρανε στον Πειραιά.
Εκεί να δείτε ανέχεια.
Πέντε χρονώ κι έγινα προστάτης οικογένειας. Έφτειαχνε η μητέρα μου κάτι παντοφλάκια με ξερά χόρτα που μάζευε από τα χωράφια τριγύρω στον προσφυγικό συνοικισμό.
Τα φορτωνόμουνα και γύριζα τις γειτονιές να τα πουλήσω.
Με παίρνανε στο κατόπι κάτι μαγκόπαιδα, Έλληνες. Με βρίζανε.. με χτυπούσανε κιόλας”.

Μαυρίζει η καρδιά μας με την ιστορία. Του το λέμε.
“Οχι, μη λυπάστε. Καλά ήτανε που με έδερναν. Με βλέπανε οι γυναίκες έτσι δαρμένο κι ελεεινό και με λυπόντουσαν. Αγόραζαν τις παντόφλες, μου δίνανε καμιά φορά και λίγο ψωμί ή φαγητό. Έτσι σωθήκαμε. Έλα, Έλλη, βγάλε μας και λίγο λικεράκι τριαντάφυλλο που έφτειαξες. Στο πάνω ντουλάπι είναι. Στην υγειά μας!”

σ.σ. κείμενα του θεατρικού δρώμενου «Μια Ρίζα Δεντρολίβανο» στα πλαίσια του 6ου Φεστιβάλ «Μούσα Ελληνική».

Διαφήμιση