Αρχική Απόψεις Aρθρα Οι Δεκαπενταύγουστοι της Generation Χ, πριν από μισό αιώνα, του Ισίδωρου Τσούρου

Οι Δεκαπενταύγουστοι της Generation Χ, πριν από μισό αιώνα, του Ισίδωρου Τσούρου

0
Η δική μου γενιά, η Gen Χ, έχει ένα παράξενο προνόμιο:
ακροβατεί ανάμεσα σε δύο εποχές.
Μεγάλωσε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, σε έναν κόσμο χωρίς κινητά και διαδίκτυο, κάποτε ούτε καν με τηλεόραση σε κάθε σπίτι, και πορεύτηκε την ενήλικη ζωή μέσα στη σημερινή υπερσυνδεδεμένη πραγματικότητα.
Ζήσαμε δηλαδή αρκετά νωρίς ώστε να θυμόμαστε έναν κόσμο που χάθηκε οριστικά και αρκετά αργά ώστε να βρεθούμε ολοκληρωτικά μέσα στον καινούργιο.του Ισίδωρου Τσούρου

Οι δικοί μου Δεκαπενταύγουστοι της δεκαετίας του ’70 δεν είναι τόσο γεγονότα όσο μνήμες αισθήσεων. Γεύσεις, μυρωδιές, χρώματα και ήχοι.
Είναι οι βεγγέρες στις αυλές του Βροντάδου, η αλμύρα του αχινού, το ροδόνερο στο παστέλι, η μυρωδιά του γιασεμιού, του αγιοκλήματος και του σάλιακα, η πρώτη ψύχρα μετά τα μέσα του Αυγούστου.
Οι βεγγέρες άρχιζαν αφού κάθε οικογένεια είχε φάει το βραδινό της. Μαζευόταν το σόι, κάθε φορά σε διαφορετική σύνθεση: άλλοτε στου Δασκάλου του Καρούση, στο Γαλαντέ του Βροντάδου, άλλοτε στη θεία τη Φραγκούλα, πάνω από το Τσουμπάρι.
Δεκαπέντε, είκοσι άνθρωποι έξω στην αυλή.
Σε καρέκλες με ψάθα βαμμένες γαλάζιες ή λαχανί με λαδομπογιά, ή καθισμένοι στα σκαλιά ή καταγής. Γέροι, γριές, μεσήλικες, νέοι, παιδιά και μωρά.
Κανείς δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη πρόσκληση και κανείς δεν περίμενε πολυτελή κεράσματα. Η πολυτέλεια ήταν η ίδια η συνάθροιση.
Το συνηθέστερο κέρασμα τέτοια εποχή του χρόνου ήταν τα τσίκουδα, οι μικροί καρποί της τερεβίνθου που συνηθίζονται στη Χίο.
Η αυλή μπορεί να είχε το φως ενός χλωμού γλόμπου ή συνηθιζόταν να είναι και εντελώς σκοτεινή.

Οι μυρωδιές από τα νυχτολούλουδα να αυξομειώνονται ανάλογα με τη υγρασία ή τον άνεμο.

Οι μεγάλοι κουβέντιαζαν, γελούσαν και διηγούνταν ιστορίες. Ιστορίες οικογενειακές, ιστορίες του χωριού, ιστορίες από τα καράβια, ιστορίες από πολέμους, αλλά και ιστορίες με φαντάσματα και «αγγελούδες» που τάχα εμφανίζονταν στις ερημιές και στα ρέματα.
Εμείς τα παιδιά ακούγαμε με αυτιά και μάτια ορθάνοιχτα. Δεν βλέπαμε τον τρόμο σε κάποια οθόνη, τον δημιουργούσαμε μόνοι μας, κοιτάζοντας ανατριχιασμένα το πυκνό σκοτάδι πέρα από την αυλή και περιμένοντας μήπως κάτι κινηθεί!

Και υπάρχει ακόμη μία εικόνα από εκείνες τις βεγγέρες που δεν συνάντησα ποτέ ξανά: οι πυγολαμπίδες.

Τις θυμάμαι να ανάβουν και να σβήνουν μέσα στη νύχτα, μικρές κινούμενες σπίθες γύρω από τις αυλές και τα χόρτα.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν ανακοινώνει την τελευταία εμφάνιση μιας πυγολαμπίδας. Κάποια καλοκαιρινή νύχτα απλώς παύεις να τις βλέπεις και χρειάζονται χρόνια μέχρι να καταλάβεις ότι λείπουν.
Θυμάμαι ακόμη τη γεύση και τη μυρωδιά του αχινού. Μύριζε θάλασσα, όχι απλώς αλμύρα, αλλά την ίδια τη θάλασσα.
Τους αχινούς έφερνε πάντα ο θείος Δημήτρης ο Μαγγανάς. Εμφανιζόταν ξαφνικά στο Τσουρίκο φορώντας μόνο το μαγιό του και παπουτσάκια θαλάσσης, με μια σακούλα γεμάτη αχινούς στο ένα χέρι και το καμάκι, την τρίαινα, στο άλλο. Τους άνοιγε ζωντανούς, ναι, ζωντανούς, με ένα ψαλίδι και μας τους σέρβιρε με ξίδι και ψωμί.

Σήμερα ίσως η εικόνα να ξενίζει. Τότε ήταν απλώς ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο η θάλασσα και το ανθρώπινο μοίρασμα έφτανε κατευθείαν στο τραπέζι μας.

Και ύστερα ερχόταν το πανηγύρι της Παναγίας Ερειθιανής, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο. Εκεί μαζεύονταν, σχεδόν ως διά μαγείας, όλοι οι άνθρωποι που γνώριζα στην παιδική μου ηλικία. Γείτονες, συγγενείς, φίλοι, ακόμη κι εκείνοι που είχαν φύγει για την Αμερική και επέστρεφαν για το καλοκαίρι.

Κάπου προς το τέλος της λειτουργίας μάς έδιναν το μαλακό παστέλι. Δεν θυμάμαι μόνο τη γεύση του. Θυμάμαι κυρίως το άρωμα του ροδόνερου, τόσο έντονο ώστε ακόμη και σήμερα μπορεί να με επιστρέψει, χωρίς προειδοποίηση, σε εκείνο το συγκεκριμένο πανηγύρι.

Μετά τον Δεκαπενταύγουστο κάτι άλλαζε σχεδόν αμέσως. Τα πρωινά αποκτούσαν μια πρώτη ανατριχίλα ψύχρας. Το φως γινόταν διαφορετικό και τα χρώματα του καλοκαιριού άρχιζαν, θαρρείς, να ξεφτίζουν.

Για εμάς τα παιδιά ο Δεκαπενταύγουστος ήταν ταυτόχρονα γιορτή και στενοχώρια. Σήμαινε πως το καλοκαίρι έμπαινε στην τελική του φάση. Πλησίαζε το τέλος της ξεγνοιασιάς, η επιστροφή, το σχολείο.

Σήμερα θα το ονομάζαμε post–15 August melancholy. Τότε δεν είχαμε όνομα γι’ αυτό. Μόνο ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι, καθώς βλέπαμε τις ημέρες να μικραίνουν.

Από εκείνη την εποχή δεν μου λείπει μόνο η αμεσότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Μου λείπουν και οι γεύσεις. Η σπιρτάδα της αυγουστιάτικης ντομάτας που μοσχομύριζε μόλις την έκοβες. Ο πρώτος μούστος. Το σύκο.
Ίσως να άλλαξαν τα προϊόντα. Ίσως να άλλαξε ο τρόπος που παράγονται. Ίσως, πάλι, να αλλάξαμε εμείς και η μνήμη να πρόσθεσε στις παλιές γεύσεις κάτι από τη χαμένη παιδική ηλικία.
Δεν ήταν, ασφαλώς, όλα καλύτερα τότε.
Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’70 είχε στερήσεις, περιορισμούς και έλλειψη γενικής παιδείας που κανείς δεν χρειάζεται να εξιδανικεύει. Η πρόοδος μάς έδωσε ελευθερίες, δυνατότητες και γνώσεις που εκείνος ο κόσμος δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί.

Κάτι όμως χάθηκε μέσα στη μετάβαση: ο χρόνος που δεν χρειαζόταν να είναι χρήσιμος. Η συνάντηση χωρίς πρόγραμμα. Η κουβέντα χωρίς βιασύνη. Η συνύπαρξη όλων των ηλικιών στην ίδια αυλή, χωρίς ο καθένας να αποσύρεται στη δική του οθόνη.

Αναλογίζομαι πως ίσως δεν εξαφανίστηκαν μόνο οι πυγολαμπίδες. Μεταφορικά μιλώντας, ίσως φωτίσαμε τόσο πολύ τις νύχτες μας, γεμίσαμε τόσο ασφυκτικά τον χρόνο και τη σιωπή μας, ώστε δεν μπορούμε πια να διακρίνουμε ό,τι είναι μικρό, εύθραυστο και αθόρυβο.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στη δεκαετία του ’70. Ούτε μπορούμε ούτε θα έπρεπε.
Το ερώτημα είναι τι θα διασώσουμε από εκείνον τον τρόπο ζωής: μια αυλή ανοιχτή, λίγο χρόνο χωρίς σκοπό, ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών γύρω από το ίδιο τραπέζι, μια νύχτα αρκετά σκοτεινή ώστε να φαίνονται τα αστέρια;
Γιατί σε μισό αιώνα από σήμερα κάποια άλλα εξηντάχρονα παιδιά θα προσπαθούν κι εκείνα να θυμηθούν τους δικούς τους Δεκαπενταύγουστους.
Και αναρωτιέμαι: θα έχουν άραγε κι εκείνα κάποια πυγολαμπίδα να θυμηθούν και να αναζητήσουν;
Διαφήμιση