Αρχική Απόψεις Aρθρα Σαν χρέος! Για τα 200 χρόνια ελευθερίας και ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους,...

Σαν χρέος! Για τα 200 χρόνια ελευθερίας και ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους, γράφει η Ειρήνη Νικολάκη – Καλαμάρη

75

Καθώς τα χρόνια περνούν και η ιστορική μνήμη βαθαίνει, έρχονται μπροστά μας, ιδιαίτερα αυτή τη χρονιά της επετείου 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821,
ολοζώντανες οι μορφές των ηρώων. Τη σημάδεψαν μεγάλες προσωπικότητες, σύμβολα
που δεν είναι απλώς εθνικά, αλλά οικουμενικά γιατί έχουν τη δύναμη να αφυπνίζουν
συνειδήσεις, να πλουτίζουν την ύπαρξη με τη λάμψη του ατόφιου και του
μεγαλειώδες, αυτού που τους καταξίωσε στη μνήμη και στη ψυχή του λαού και τους
χάρισε την αθανασία.
Πάμφωτοι, αληθινοί και ωραίοι, πολεμιστές αγέρωχοι, τραγουδιστές της λευτεριάς,
της παλικαριάς και της θυσίας, έχουν το προνόμιο να μένουν δεμένοι αιώνια με την
Ελλάδα.
Δεν θα κρύψω ότι η ιδέα της επιλογής ενός ήρωα μέσα από όλους τους άλλους και η
αναφορά σε εκείνον, με βασάνισε πολύ. Ο καθένας τους προσέφερε κάτι μοναδικό της
ύπαρξής του και είχε τη δική του ξεχωριστή φυσιογνωμία. Μετά από μια δύσκολη και
οδυνηρή θα έλεγα επιλογή, αποφάσισα για δύο λόγους, να αναφερθώ στη μορφή του
Οδυσσέα Ανδρούτσου. Κατ’ εμέ διαφοροποιείται από τους άλλους, όχι γιατί υπερτερεί
σε τόλμη και ανδρεία, αλλά γιατί είχε τέλος φρικτό, μαρτυρικό και την τραγική μοίρα
να μην πέσει σε μάχη, αλλά να πιαστεί και να θανατωθεί όχι από ξένους, αλλά από
Έλληνες, σε ηλικία τριανταπέντε ετών. Οι πρέπουσες τιμές για τη θυσία του, ήρθαν
χρόνια πολλά μετά τον άδικο θάνατό του. Αυτός είναι ο ένας λόγος και ο άλλος είναι η
θαυμαστή επιστολή του προς τους Γαλαξιδιώτες, η άλλη με την απέραντη γνησιότητα
προς το Νεόφυτο Βάμβα και η αλληλογραφία του με τον Αδαμάντιο Κοραή, που το
βαρύ όνομά του φέρει η βιβλιοθήκη μας.

Υπέροχη και αυστηρή είναι η μορφή του Ανδρούτσου. Μορφή με ίσκιο βαρύ, ζυμωμένη
με αίμα και θυσία που όχι μόνο δεν είναι εύκολο, αλλά ίσως και αδύνατο να γίνει
αντιληπτή με όλη την σημασία της. Η ολιγόχρονη ζωή του, είναι κάτι πολύ περισσότερο
από την ύψιστη σπουδαιότητας μάχη στο χάνι της Γραβιάς. Και πρέπει να σημειώσω
ότι η εικόνα του που βλέπουμε στα σχολεία, είναι κατ’ εικασία. Σύμφωνα με γραπτές
μαρτυρίες και με την φιλοτεχνημένη προσωπογραφία του, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος
ήταν άνδρας ωραίος, αρρενωπός, με χρώματα ανοιχτά και φυσιογνωμία γλυκιά,
αγέρωχη. Μοναχός στην τραγική του μοίρα, ελεύθερος και γενναίος, στάθηκε στο
ηρωικό υπόβαθρο, στο ιδανικό εκείνο που ανεβάζει την ύπαρξη και τον κόσμο
ολόκληρο. Δεν θα σταθώ στο στίγμα της προδοσίας. Η ζωή του είναι ανάλογη μεγάλων
ανδρών, όπως και ο θάνατός του. Θα πω μόνο πως, στις κρισιμότερες στιγμές του, το
έθνος, για μία ακόμα φορά στην ιστορία του, εξαιτίας της απαίσιας διχόνοιας,
στερήθηκε ένα πολέμαρχο ίσης αξίας με ένα Κολοκοτρώνη, ένα Κραϊσκάκη και
επιπλέον νου πολιτικό. Η αγωνία, η λαχτάρα του για την ελευθερία της πατρίδας,
αποδεικνύεται διαυγέστατα στις περίφημες επιστολές του, που αποτελούν γραπτά
μνημεία της επανάστασης και της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γράφει προς τους Γαλαξιδιώτες :
Ηγαπημένοι μου Γαλαξειδιώταις,
Ήτανε, φαίνεται, από τον Θεόν γραμμένο ν’ αδράξωμε τα άρματα μίαν ημέρα και
να χυθούμε καταπάνου στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας
τυραγνεύουν. Τι την θέλομεν, βρε αδέρφια, αυτήν την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε
αποκάτω στη σκλαβιά και το σπαθί των Τούρκων ν’ ακονιέται στα κεφάλια μας; Δεν
τηράτε που τίποτε δεν μας απόμεινε; Αι εκκλησίαις μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια
των Τούρκων, κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτε ιδικό του, γιατί το ταχύ
βρίσκεται φτωχός, σα διακονιάρης στη στράτα. Αι φαμελιαίς μας και τα παιδιά μας
είναι στα χέρια και τη διάκρισι των Τούρκων. Τίποτε, αδέρφια, δεν μας έμεινε, δεν
είναι πρέποντας να σταυρώσωμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό, ο Θεός μας
έδωσε χέρια, γνώσι και νου. Ας ρωτήσωμε την καρδιά μας και ό,τι μας απαντυχαίνη, ας
το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν και ας είμεθα, αδέλφια, βέβαιοι πως ο Χριστός μας, ο
πολυαγαπημένος, θα βάλη το χέρι επάνω μας. Ό,τι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το
κάμωμε μίαν ώρα αρχήτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε τα κεφάλια μας. Τώρα η Τουρκία
είναι μπερδευμένη σε πολέμους και δεν έχει ασκέρια να στείλη καταπάνου μας. Ας
ωφεληθούμεν από την περίστασιν οπού ο Θεός, ακούοντας τα δίκαια παράπονά μας,
μας έστειλε διά ελόγου μας. Μία ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι,
οπού μας τρώγει την καρδιά. Στ' άρματα, αδέλφια! Ή να ξεσκλαβωθούμεν ή όλοι να
πεθάνωμε και βέβαια καλλίτερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε χριστιανός και
Έλληνας.
Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλώτατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώταις, ημπορώ να ζήσω
βασιλικά, με πλούτια, τιμαίς και δόξαις. Οι Τούρκοι ό,τι και αν ζητήσω, μου το δίνουμε
παρακαλώντας, γιατί το σπαθί του Οδυσσέως δεν χωρατεύει. Έπειτα κοντά στα άλλα

θυμούνται τον πατέρα μου, που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσα αλήθεια, δεν
θέλω εγώ μονάχα να καλοπερνάω και το γένος μου να βογγάη στη σκλαβιά, μου
καίεται η καρδία μου σαν βλέπω και συλλογούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας
τυραγνεύουν…

Και στο σοφό Βάμβα, που κατοικεί στα Επτάνησα, γράφει :
Τι ετρούπωσες, ωρέ καλόγερε, αυτού στη Φραγκιά και με ευχαίς και κατάραις
θέλεις να βοηθήσης τη δυστυχισμένην πατρίδα; Σαν την αγαπάς, έλα εδώ να ιδής τας
πληγάς της και να τη βοηθήσης παραστεκούμενος.

Τέλος, αποτείνεται στον γηραιό Κοραή, τον προσκαλεί και ζητά τις συμβουλές του :
Όθεν και τας συμβουλάς σου επιθυμώ ομού με πολλούς άλλους και την
παρουσίαν σου εις την Ελλάδα θεωρώ αναγκαιοτάτην. Αφού ηγωνίσθης τόσους
χρόνους να διδάσκης μακρόθεν τους δυστυχείς σου ομογενείς, δεν είναι πλέον δίκαιον
σήμερον να έλθης και να συντρέξης εις την ανεξαρτησίαν και αυτονομίαν της Ελλάδος
προσωπικώς; Αν γράψης εις τους ολίγους σου χρόνους τα υψηλότερα πράγματα και η
Ελλάς πέση, τις η ωφέλεια; Αν όλοι οι μετά ταύτα αιώνες στεφανώσωσι τους κόπους
σου με τους λαμπροτέρους επαίνους και η Ελλάς μείνη πάλιν υπό ζυγόν, ποία πλέον
δόξα; Αν συ, εις ολίγα λόγια, αποθανατισθής συγγράγφων και η πατρίς σου παραδοθή
εις τας χείρας του αγρίου τυράννου ή εις τη διάκρισιν των ανθρωπίνων παθών, τι
εκέρδισας;

Ο Κοραής θα δικαιολογηθεί για το βαθύ του γήρας και μεταξύ άλλων θα απαντήσει :
<< Δάκρυα λύπης κατέβρεξαν τους οφθαλμούς μου ότι όλα τα τέκνα της Ελλάδος
δεν ομοιάζουν του Οδυσσέα.

Ως κατακλείδα θα παραθέσω τα χαρακτηριστικά λόγια του ιστορικού Δημήτρη
Φωτιάδη, από το βιβλίο: Άπαντα για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Η Ιστορία, αργά ή γρήγορα, πάντα σωστά καταδικάζει ή δικαιώνει. Και λέγοντας
Ιστορία δεν εννοώ τόσο εκείνη που γράφεται από τους ιστορικούς, μα εκείνη που
διαπλάθεται μέσα στην μνήμη, στο αίσθημα και στην συνείδηση του λαού. Στο νου,
στην καρδιά και στην ψυχή του. Και στην περίπτωση του Αντρούτσου στάθηκε για μια
ακόμη φορά σωστή. Έπειτα από 147 χρόνι8α, που πέρασαν από τον άδικο χαμό του, ο
Αντρούτσος έχει υψωθεί σε πανεθνικό ήρωα. Όσο για τους διώχτες του και τους
δήμιούς του, αυτούς ο λαός μας τους χαρακτήρισε εγκληματίες.