Αρχική Απόψεις Face-tweet Το Χριστόψωμο της κυρά Καλής, γράφει η Σ. Καρασούλη

Το Χριστόψωμο της κυρά Καλής, γράφει η Σ. Καρασούλη

163
Έξω χιόνι. Μέσα η θαλπωρή του σπιτιού, τ’ αναμμένα φωτάκια του δέντρου, η μυρωδιά των γλυκών … Καιρός για παραμύθια…

Αρχή του παραμυθιού, λοιπόν, και καλησπέρα σας!!

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια κυρά που ζούσε σ’ ένα μακρινό χωριό της Χίου. Κυρά-Καλή την λέγανε, κι ήτανε όνομα και πράμα, πρόσχαρη και καλοσυνάτη. Χαράματα της παραμονής των Χριστουγέννων, κάθε χρονιά, άναβε τον φούρνο κι αρχινούσε να ζυμώνει τα εφτάζουμα του Χριστού, τα Χριστόψωμα.
Χάραζε σταυρό μ’ ένα καρύδι στη μέση, και μερακλού όπως ήτανε το στόλιζε με σταφύλια και προβατάκια και μισοφέγγαρα από ζυμάρι. Άμα γινόντουσαν τα χριστόψωμα, ζεστά ακόμη, ξεκινούσε να τα μοιράσει στους μοναχικούς και φτωχούς γειτόνους και συγχωριανούς της.

Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας είχε έρθει νωρίς στο μικρό νησί. Το κρύο περούνιαζε, ο ουρανός βαρύς και μαύρος. Μεσημεράκι της παραμονής των Χριστουγέννων κίνησε από το σπίτι της με ένα μεγάλο καλάθι χριστόψωμα η κυρά-Καλή να κάνει το γύρο του χωριού. Χτυπούσε πολλές πόρτες -πολλοί οι φτωχοί κι οι μοναχοί στο χωριουδάκι-, άφηνε τα ψωμιά, έπαιρνε χίλιες ευχές.

Αρχίνισε να σουρουπώνει νωρίς -του Σαρανταμέρου η μέρα, καλημέρα-καλησπέρα!- κι εκείνη ήτανε ακόμη στο δρόμο. Το τελευταίο χριστόψωμο ήτανε για την κυρά-Βγενού, που ζούσε μοναχή της σ’ ένα σπιτάκι παραέξω από το χωριό, στην άκρη του δάσους. Χήρα ήταν εδώ και χρόνια, τα παιδιά και τα εγγόνια της στα ξένα, τ’ αδέρφια και τ’ ανίψια της στη Χώρα ή στην πρωτεύουσα. «Μαγκούφα έμεινα, Καλή μου… όλοι με ξεχάσανε εχτός από του λόγου σου!» της έλεγε πάντα.

Ο καιρός χαλούσε, «θα χιονίσει…» σκεφτόταν η Καλή, μα δεν της έδινε καρδιά να μην πάει να χαιρετίσει την κυρά-Βγενού, ολομόναχη μέρα που ήτανε, γιόρταζε κιόλας.

Και πράγματι στο δρόμο πάνω έπιασε να χιονίζει. Οι νιφάδες πέφτανε πυκνές, μπαίνανε στα μάτια τής Καλής και τα θολώνανε, τα παπούτσια της αρχίσανε να γλιστρούν. Βάδιζε τώρα αργά και με δυσκολία. Έχωσε το ένα χέρι στην τσέπη του πανωφοριού, και με το άλλο έσφιγγε το καλάθι με το τελευταίο χριστόψωμο. Τα δάκτυλά της κρυσταλλώνανε και μελανιάζανε από το κρύο. Το βράδυ έπεφτε γοργά σαν το χιόνι.

«Και τώρα που σκοτεινιάζει; Κι άμα χάσω το δρόμο;» μαύρες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της Καλής όταν είδε ένα σπουργιτάκι στη ρίζα ενός δέντρου. «Πεινάω …» είπε με ανθρώπινη φωνή. Γιατί το βραδινό της παραμονής των Χριστουγέννων τα ζώα και τα πουλιά μιλούνε σ’ εκείνους που έχουν καλή καρδιά και μπορούν να τα καταλάβουν.

Η Καλή ούτε που το σκέφτηκε. Ανοίγει το καλάθι και βγάζει το χριστόψωμο. Κόβει με το χέρι λίγο, μαδάει την ψίχα, και τη δίνει στο πουλάκι. Αυτό έφαγε τα ψίχουλα, τιτίβισε χαρούμενο και πέταξε μακριά. Δυο βήματα παρακεί να μια κουκουβάγια με δυο κουκουβαγάκια. «Πεινούμε. καλή κυρά… Έχεις τίποτα να μας δώσεις;» Κόβει η Καλή δυο μεγάλες φέτες από το χριστόψωμο, τις μαδάει και τους της δίνει. Πάει πιο κάτω, άλλο πουλάκι που πεινούσε… Και για να μην τα πολυλογούμε, μέχρι να φτάσει στης κυρά-Βγενούς είχε μοιράσει σε πετεινά και ζώα όλο το χριστόψωμο.

Η χαρά της γριά-Βγενούς άμα την είδε δεν περιγράφεται. Την κάθισε κοντά στο μαγκάλι της, έβαλε και φρασκόμηλο να βράσει να πιει η Καλή να ζεσταθεί. Όταν συνέφερε η Καλή λιγάκι από το κρύο, διηγήθηκε στην κυρά-Βγενού τι είχε συμβεί. «Το και το, κυρά-Βγενού μου. Τα πόνεσε η καρδιά μου, και σιγά-σιγά μοίρασα όλο το χριστόψωμο που σου ‘φερνα ρεγάλο. Μόνο το καρύδι που ‘χε στη μέση του σταυρού απόμεινε…»

Ανοίγει η Καλή το καλάθι να βγάλει να της δώσει το καρύδι και τι να δει; Ένα χριστόψωμο που παρόμοιο του δεν είχε ξαναδεί! Και μαζί φαγιά και γλυκά κι ένα μπουκαλάκι λικεράκι τριαντάφυλλο!! «Θαύμα!» είπε η κυρά-Καλή. «Θαύμα Χριστουγεννιάτικο!!» έκανε κι η κυρά-Βγενού.
Κάνανε το σταυρό τους, κόψανε το χριστόψωμο, ήπιανε και λίγο λικεράκι, φάγανε τα φαγιά, φάγανε και τα γλυκά – μαμούλια και φοινίκια που έτσι μελωμένα και μυρωδάτα δεν είχανε ξαναγευτεί ποτέ.
Έξω χιόνιζε, μα μέσα είχε θαλπωρή. Και στην αυλή μέσα στο χιονιά, στα κλαδιά της μεγάλης τσικουδιάς, θαρρείς και κελαδούσανε πουλιά.
(Με αγαπημένες θύμησες της καλής μου μητέρας 💗).
της Σοφίας Καρασούλη

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΚατεπείγουσα συνεδρίαση Δ.Σ. Χίου για τη Δομή στο Θόλος- ετοιμάζονται για εργασίες 4/1/22
Επόμενο άρθροΔήλωση Αντιπεριφερειάρχη Χίου Π. Βρουλή: Αντίθετη η Π.Ε. Χίου σε “ολόκληρη πολιτεία στο Θόλος”