Αρχική Απόψεις Aρθρα Το ταξίδι του πόνου…, γράφει ο Ιάκωβος Μπριλής

Το ταξίδι του πόνου…, γράφει ο Ιάκωβος Μπριλής

194

Μικρασία , Φθινόπωρο 1922. Απόλυτη καταστροφή… το σκληρό ταξίδι του πόνου αρχίζει από κάθε γωνιά σου… το ένστικτο της επιβίωσης αναδύθηκε από τα σπλάχνα του καθενός….

Αίμα, φωτιές, θάνατος παντού…
Κι εμείς κινήσαμε μ΄ένα μπόγο, λίγα τιμαλφή και μια μικρή Αγία Εικόνα στην πλάτη …με δέκα παιδιά να ακλουθούνε στο άγνωστο…. «Τρέχετε και λέτε μέσα σας συνεχώς  μια προσευχή» φώναζε η 70χρονη γιαγιά μου που περπατούσε αγκομαχώντας …«Βοήθα μας Παναγιά , Αγ. Φωτεινή, Αγ. Γιάννη, Άγ. Παντελέμονα, Αγ. Χαράλαμπε, Αγ. Παρασκευή,  Άγιοι Πάντες… » Ένας απίστευτος ανθρωποχείμαρρος τρέχει ασταμάτητος προς τα λιμάνια…. Όλοι  ένα μπουλούκι βιαστικό, προς τις βάρκες και τα μακρινά καράβια…. Εδώ ΄ναι που χωρίσαν οικογένειες, εδώ ΄ναι που δεν μπήκανε όλοι στην ίδια βάρκα.. εδώ ΄ναι που τους κόβανε τα χέρια με τσεκούρι  για να μη γαντζώσουν σε «συμμαχικό» καράβι…. εδώ ΄ναι   ο θρήνος για όσους βρεθήκανε σε μια στιγμή στον βυθό….

ΣΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Το ταξίδι του πόνου…
Ιακώβος Γ. Μπριλής
Πρόεδρος του Συλλόγου
«Ο ΔΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΟΜΑΧΑΛΑ»

Εμείς, ως φαίνεται, ήτανε θέλημα Θεού να ζήσουμε… Πηδήσαμε 50 ανθρώποι σε βάρκα των 10 και φύγαμε απ΄τη Σμύρνη μας, μουσκεμένοι στο κλάμα και την αρμύρα της θάλασσας, νηστικοί , διψασμένοι , όρθιοι, ακίνητοι για να μη μπατάρει η βάρκα….

Φύγαμε μέσα στη νύχτα του τρόμου…. Τα μικρά παιδιά μας  τυλίχτηκαν μέσα στις βράκες των μανάδων τους …. Τυλίχτηκαν μικροί , μεγάλοι  τον θρήνο και σίγησαν… Σίγησαν, σιώπησαν μέσα στα  αναφιλητά  τους… Τα δάκρυά μας στέρεψαν ,τα χείλη στέγνωσαν , τα κορμιά πάγωσαν  κι άνοιξε η θάλασσα θλιμμένη, τον δρόμο για το αύριο…

Το ρολόι του χρόνου έπαψε να κτυπά τούτη τη νύχτα του τρόμου.. Μόνο ο κτύπος  των κουπιών  κτυπά ασταμάτητα , δυνατά, στο θολό από το αίμα ,κύμα .. στο κύμα το ανάμεικτο με  δάκρυα και απέραντο πόνο…. Ώσπου φτάσαμε στ΄ανοιχτά κι ανεβήκαμε με κόπο σ΄ ένα παμπάλαιο σαπιοκάραβο…

Κι εσύ μάνα Σμύρνη, ήθελες να ‘τρεχες πίσω μας, φλεγόμενη… φλεγόμενη κι  από τον πόθο να μας φτάσεις… Κι έβλεπες μεσ΄ τις φλόγες τις γρήγορες πατημασιές μας, όταν τρέχαμε   να προφτάσουμε τη ζωή …τη ζωή μας…  Στ΄ αποκαΐδια σου έβλεπες τα καυτά αίματά μας  να σε ποτίζουν… Ήθελες να μας πεις το ΟΧΙ σου.. «Μη φύγετε μη μ΄ αφήνετε μόνη να πνίγομαι στις  πελώριες  φλόγες, να ασφυκτιώ στους πυκνούς καπνούς , να λιώνω σαν το σίδερο στο αμόνι, να μετρώ την άβυσσο των δακρύων…. Τα σπίτια σας πια φλέγονται κι οι κήποι σας χαλούνε… δεν ακούτε τα ζωντανά σας που  δυνατά βογκούν.. δεν βλέπετε τ ΄αμπέλια σας  που σας προσμένουν… Μείνετε .Για  πού   τραβάτε;;;»

Και απαντούσε η ψυχή στο κλάμα βουτηγμένη…

«Λουλούδια κι αν ανθίσετε, δέντρα κι αν ξεραθείτε
ζώα σε κάμπους και βουνά αν αναρωτηθείτε,
εμείς στα ξένα φεύγουμε με πίκρα στην καρδιά
αφήνομε τα σπίτια μας και σ΄όλα, άντε γειά.
Μα δεν θα σας ξεχάσουμε γιατ ΄είμαστε δεμένοι
ο λογισμός μας δίπλα σας, λύτρωση περιμένει..»

Σμύρνη  μαζί μ΄όλη την Μικρασία μας , έγινες με μιας πατρίδα του αίματος, πατρίδα της θλίψης , πατρίδα του πόνου, πατρίδα του πόθου των παιδιών σου… Τώρα πια σιωπή… Συγκάτοικοί σας  μείναμε οι δικοί μας εκείνοι… εκείνοι που φύγανε από τα εγκόσμια χωρίς πια να μπορούν να σας δούν…ν΄ ανασάνουν το δροσερό  αγέρι σας….  μονάχα εσείς τους νιώθετε στα σωθικά σας , στη γη που κρατάτε  στα μέρη σας…στα μέρη μας….

Κι   εμείς, όλο και   ξεμακραίναμε στη σκοτεινιά του κόλπου … Το φεγγαράκι το λαμπρό απόψε δεν φωτίζει  γιατί οι στάχτες τό ΄καναν κι εκείνο να δακρύζει… Κι έφεξε η μέρα ολόθολη αφού απ΄ την καπνιά εσκιάχτηκε ο ήλιος… Κι εμείς , όρθιοι στο κατάστρωμα, με πείνα και με δίψα  του «Μίμαντα»  γυρεύαμε να βρούμε τ΄ ακρωτήρι για να φανεί  το πέλαγος… Ελπίδα μας η Μυτιλήνη κι η Χιός ώστε να σ΄ αγναντεύουμε από εκεί για πάντα…

Επιτέλους πιάσαμε στεριά… ΧΙΟΣ. .  Μα πού να πάμε πού; Όρθιοι στο πουθενά… σε λίγο έρχεται χειμώνας… Ψάχναμε στα χαλάσματα του κάστρου όπου φρουροί είναι τα ποντίκια μα να  πήγαμε συγκάτοικοι κι εμείς…. Η πλατεία γιόμισε πρόσφυγες… περιφερόμενα σκιάχτρα…  Το νερό ανύπαρκτο κι ο τύφος μας θερίζει… Φαγητό πού να βρεθεί … λίγοι μας βοηθούν πολλοί μας καταριούνται… κάποιοι σε συγγενείς τους τρέξανε μα τους γυρίσανε την πλάτη… από   δουλειά, ζητούμε μα για δούλους μας παίρνουνε… Κι εμείς ,ξυπόλυτοι, δίχως ρούχο , αργοπεθαίνουμε θαμμένοι μέσα στη φτώχεια και τον πόνο μας…  Κυλούσε έτσι ο καιρός , στηθήκανε παράγκες στο κάστρο, ανοίχτηκαν  υπόγεια …  στηθήκανε σκηνές στη Δασκαλόπετρα, σκηνές και στο Κοντάρι … τόποι υγροί για μας… τόποι ελονοσίας, τόποι φυματίωσης …. Πέθανε κι εδώ πολύς ανήμπορος κόσμος …. Ποιος όμως  γύρναγε να τον κλάψει; Άλλοι καιροί για μοιρολόγια…. τώρα τούτα έμειναν ψηλά γράμματα στο νου…

Σκληροί καιροί κι αξέχαστοι…   Έφυγαν αρκετοί δικοί μας απ΄τη Χιό , για άλλα μέρη πιο μακρινά   της στεριανής Ελλάδας , για να παλέψουν να ριζώσουν… Και τα κατάφεραν. Το μαρτυρούν οι πόλεις που γεννήθηκαν με τα ονόματά σου Μικρασία μας….

Μα εμείς ,καθίσαμε και ριζώσαμε  εδώ… Εδώ στη Χιό , γιατί το πείσμα μας για ζωή νίκησε… στεριώσαμε , δημιουργήσαμε , μεγαλουργήσαμε, αναστήσαμε παιδιά κι εγγόνια… μα ποτέ δεν  ξεχάσαμε…

Καθημερινά στο λυκαυγές φωνάζουμε απ΄το Βαρβάσι, το Καστέλλο, το Φρούριο, τον Φραγκομαχαλά με μια φωνή…   «Μάνα  Μικρασία , μάνα Σμύρνη καλημέρα…» και στο λυκόφως πάλι «Μάνα καληνύχτα…»  Και να θυμόσαστε … ο Ελληνισμός σας ευτυχώς όλος δεν χάθηκε… να ξέρετε πως μόνο γονάτισε από το βάρος του μαρτυρίου σας.. Το αίμα το Ελληνικό της φλέβας σας, στις φλέβες μας κυλάει…Μαζί του κυλάνε τα τραγούδια , τα μοιρολόγια ,τα έθιμα,  οι παραδόσεις  , ο πολιτισμός σας…. Όλα τούτα  πια  όλων των Ελλήνων κτήμα γίνανε…. Τι  περηφάνια ! Τα καταφέραμε και τα μεταφυτέψαμε σε παιδιά κι εγγόνια… Στο πέρασμα των χρόνων γίναμε πια όλοι ένα… Μια Ελλάδα ζωντανή …ναι,  μια Ελλάδα που αναγεννιέται από τις στάχτες της χάρις και σε μας….

Τι κι αν περνούν οι χρόνοι…

    Της Ιωνίας μας ω φημισμένες   Κόρες, του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος αστείρευτες πηγές , δεν σας ξεχνούμε… Η μνήμη της πληγής σας  παντοτινή… σημείο επαφής ανεξίτηλο, αδιασάλευτο…  σημείο επαφής με την δόξα σας, την  περηφάνια του λαού σας, την αλλοτινή ευημερία σας… Είσαστε  μύρο των δακρύων και του πόνου μας … είσαστε πια  αιώνιες ερωμένες της Ανατολής…Οι ψυχές μας νυχθημερόν υπερίπτανται και σας βλέπουν αιώνιες ερωμένες μας… Τα παιδιά και τα εγγόνια μας μπροστά σας υποκλίνονται…    Η μνήμη μας πάντα κοντά σας !!!!

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΚίνημα Αλλαγής: Δράση για την ακρίβεια
Επόμενο άρθρο“Μια Διαδρομή”, από τη θεατρική ομάδα ΡΟΤΑ