Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Δήμος Αβδελιώδης-συνέντευξη στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: Ο κυνισμός και η βία δεν είναι τέχνη...

Δήμος Αβδελιώδης-συνέντευξη στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: Ο κυνισμός και η βία δεν είναι τέχνη αλλά ρωμαϊκό θέαμα

88

Ο κυνισμός και η βία δεν είναι τέχνη αλλά ρωμαϊκό θέαμα



Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ



Ο Δήμος Αβδελιώδης επιμένει εκτός των τειχών, εμπνέεται από την ελληνική παράδοση και λογοτεχνία, σμιλεύει τον λόγο και την εικόνα στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αναδεικνύοντας την ουσία της ομορφιάς με απλότητα και γνησιότητα όπως το καταφέρνανε οι παλιοί μάστορες, όπως το καταφέρνουν οι αληθινοί ποιητές.


Τελευταία του δημιουργία «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος» σε κείμενο και σκηνοθεσία του ίδιου. Σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, όπου πρωτοπαίχτηκε τον Νοέμβριο, το ΔΗΠΕΘΕ Βορείου Αιγαίου το παρουσίασε πριν από λίγο καιρό στην έδρα του στη Χίο (ο Αβδελιώδης είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ και κατάγεται από το νησί αυτό). Σειρά έχει τώρα η Αθήνα για να δοθούν τέσσερις παραστάσεις από 7 έως 10 Φεβρουαρίου στο θέατρο «Παλλάς» (Βουκουρεστίου 5, τηλ.: 210-3213100, 210-8108181).


Είναι μια πρωτότυπη παράσταση θεάτρου σκιών με ζωντανούς ηθοποιούς, που διαθέτει στοιχεία της κομέντια ντελ’ άρτε και του κουκλοθέατρου και ακουμπά στην παράδοση. «Τα πράγματα δεν πεθαίνουν ποτέ μόνον όταν μεταμορφώνονται, όταν μετασχηματίζονται. Η παράδοση συνεχίζει να ζει όταν τη φυλάνε οι άνθρωποι, όχι όπως το φως στο καντήλι σε μια γωνιά, αλλά όταν μ’ αυτήν ανάβουν μια καινούργια φωτιά», αναφέρει ο Αβδελιώδης.


– Τι θίγει το έργο που παρουσιάζετε;


«Κέντρο του κλασικού αυτού έργου από το θέατρο σκιών είναι η δρακοκτονία με τη νικηφόρα πάλη του Αλέξανδρου. Μια προσαρμογή δηλαδή του μύθου του Απόλλωνα, που σκοτώνει τον όφι στους Δελφούς. Φαίνεται σαν παραμύθι απόμακρο και παρωχημένο και ιδιαίτερα στο θέατρο σκιών σαν αφελές, όμως στην πραγματικότητα μιλάει για τους κάθε λογής δράκους που αντιμετωπίζουμε στο τώρα, μέσα μας και έξω μας».


 
Ελλειψη οράματος


– Είναι η δεύτερη φορά που ασχολείστε με το θέατρο σκιών μ’ ανθρώπους ηθοποιούς. Εχει κάτι το διαφορετικό, πέρα από την ιστορία, σε σχέση με το προηγούμενο «Λίγο απ’ όλα» με την Αννα Κοκκίνου;


«Την πρώτη φορά δεν μπόρεσα να εξαντλήσω τεχνικά όλες τις δυνατότητες που προσφέρονται από αυτή τη σύζευξη του θεάτρου με το θέατρο σκιών. Τώρα πρόσθεσα αλλά και αφαίρεσα πράγματα, με αποτέλεσμα να απλοποιηθεί ο σκηνικός χώρος για να ‘ναι πιο λειτουργικός κυρίως σε σχέση με τους μουσικούς, ώστε η άμεση επαφή τους με τους ηθοποιούς να συντονίζει καλύτερα τα τραγούδια και τους ήχους της παράστασης. Επίσης το κείμενο είναι καινούργιο, σε μια προσπάθεια αναγωγής των χαρακτήρων του θεάτρου σκιών στα οικεία αρχέτυπά τους για να μας αφορούν στο σήμερα και να μην είναι νοσταλγικά ή θλιβερά απομεινάρια μιας άλλης εποχής».


– Τι σημαίνει για σας ο Μεγαλέξανδρος ως ιστορικό πρόσωπο κι ως πλάσμα της τέχνης;


«Είναι η υποστασιοποιημένη αίσθηση ενός μεγαλείου και ταυτόχρονα μιας συντριβής. Σωματοποίησε όλη τη δύναμη και τις αδυναμίες του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Αναδύθηκε μέσα στην ιστορία γαλουχημένος από τα πάθη και τα ιδανικά του ομηρικού σύμπαντος, ενός σύμπαντος συγκροτημένου σ’ ένα σύστημα βιωμένων, λειτουργικών αξιών και ιδανικών που δημιούργησε και τροφοδότησε όλη την ιστορία του αρχαίου κόσμου. Ο Αλέξανδρος ταύτισε το ιδανικό του εγώ με το φάσμα του Αχιλλέα, του πιο γοητευτικού ομηρικού ήρωα, που ενώ αψηφά τον θάνατο είναι χρεωμένο σ’ αυτόν να πεθάνει νέος. Η ίδια η σχέση του Αλέξανδρου με τον θάνατο είναι το στοιχείο που συγκινεί ιδιαίτερα τη λαϊκή τέχνη με το αίσθημα μιας βαθιάς έλλειψης και χασούρας απέναντι στον χρόνο και τη μοίρα».


– Οι σημερινοί θεατές, ιδιαίτερα της μεγαλούπολης, καταναλώνουν θεάματα πολυτελή, παραστάσεις με κυνισμό και βία, θέλουν να γελάσουν πάση θυσία. Μπορεί να λειτουργήσει ως πόλος έλξης το θέατρο σκιών, που για πολλούς ηχεί ως κάτι άγνωστο, παλιό και ξεπερασμένο;


«Η πολυτέλεια, ο κυνισμός και η βία είναι παράγωγα έλλειψης οράματος ή αμηχανίας και παραίτησης. Δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη του θεάτρου αλλά με τα ρωμαϊκά θεάματα που προκαλούν μόνο θλίψη. Δεν γίνεται να αντιστέκεσαι στη χυδαιότητα και τη βία με συμμετρίες, γιατί έτσι την αναπαράγεις δίνοντάς της επιπλέον και αισθητική αξία. Η παράσταση που έχουμε ετοιμάσει είναι πρωτίστως θεατρική. Οι φιγούρες ερμηνεύονται από ηθοποιούς, ενώ ο σκηνικός χώρος έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για να εκμεταλλεύεται τα πιο σημαντικά μορφικά και αισθητικά στοιχεία του θεάτρου σκιών. Οι θεατές μας θα δουν μια τελείως διαφορετική παράσταση απ’ αυτό που είναι τώρα το θέατρο σκιών, αλλά και η θεατρική σκηνή όπως την έχουμε συνηθίσει».


– Το ότι αντλείτε κατά κανόνα από την ελληνική παράδοση και λογοτεχνία (Βιζυηνός, Καραγκιόζης, παραμύθια, Ασμα Ασμάτων) σημαίνει κάτι; Δεν σας ενδιαφέρει ο εκσυγχρονισμός, το μεταμοντέρνο;


«Η γνησιότητα της συγκίνησης είναι το κριτήριο κάθε έργου που με ενδιαφέρει, γιατί αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης. Να μας ευαισθητοποιεί και να μας κρατά σε εγρήγορση για να μην είμαστε παθητικοί θεατές μιας πλαστής πραγματικότητας. Η τεχνοτροπία που διαλέγει κανείς να μιλήσει έχει ελάσσονα σημασία, όταν ο στόχος είναι υπερβατικός και ανιδιοτελής. Ομως το μεταμοντέρνο δεν έχει σχέση μ’ αυτόν το χαρακτήρα της τέχνης γιατί χρησιμοποιεί το υλικό και τη μάθηση της τέχνης για να αναδειχθεί ο ίδιος ο καλλιτέχνης και όχι το αντικείμενό του».


– Επιμένετε επίσης και περιφερειακά (στη γενέτειρά σας τη Χίο, σ’ άλλα ΔΗΠΕΘΕ). Σπανιότατα βλέπουμε δουλειά σας στην Αθήνα. Γιατί;


«Πίστεψα και εξακολουθώ να πιστεύω στο θεσμό των περιφερειακών θεάτρων. Ακόμα και αν εκπληρούν έναν μόνο από τους στόχους τους, να παρέχουν δηλαδή ποιοτικές και αξιόλογες παραστάσεις για τους μαθητές όλων των βαθμίδων, θα ήταν σοβαρός λόγος για να υπάρχουν. Είναι μια σπουδαία επένδυση ουσιαστικής παιδείας, γιατί ακόμα και μόνο μία στιγμή αληθινής συγκίνησης από ένα έργο τέχνης μπορεί να μας επηρεάσει για όλη μας τη ζωή, πραγματοποιώντας μέσα μας μια μεταμόρφωση που δεν μπορεί να εκπληρωθεί με χρόνια ολόκληρα σχολικής εκπαίδευσης».


– Κάνετε πάντα τους φωτισμούς όχι μόνο στις παραστάσεις σας αλλά και σ’ αρκετές συναδέλφων σας. Είναι τόσο σημαντικό το φως, ο φωτισμός;


«Το κριτήριο μιας καλής παράστασης είναι να μπορεί να μας συνεπαίρνει χωρίς φώτα και χωρίς άλλα βοηθήματα. Οταν συμβαίνει αυτό, τότε μπορεί πραγματικά ο φωτισμός να την απογειώσει, αλλά αν η παράσταση δεν έχει ψυχή τότε μεγεθύνει τα λάθη και τις αδυναμίες της. Ο φωτισμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνοθεσίας, αφού οι ατμόσφαιρες μιας παράστασης γίνονται με δραματουργικά κριτήρια, για να αποκαλύπτουν αντιστικτικά το εσωτερικό τοπίο του έργου με ακρίβεια και όχι με την ευκολία της περιγραφής».


Με τον Βέγγο


– Σχεδιάζατε μια ταινία με τον Θανάση Βέγγο σε σενάριό σας (μια ιστορία μ’ έναν ηθοποιό που θα έπαιζε τον Πρόσπερο της Τρικυμίας του Σέξπιρ). Ναυάγησε οριστικά;


«Η ταινία αυτή δεν ήτανε τυχερό να γίνει στο χρόνο που επιλέξαμε. Ομως θα ξεκινήσουμε μαζί με τον Θανάση Βέγγο την άνοιξη με ένα καινούργιο σενάριο, γι’ αυτό είμαι αγχωμένος μα και χαρούμενος».


– Τα του ελληνικού κινηματογράφου τεκταινόμενα τα παρακολουθείτε; Εχετε δει κάτι ενδιαφέρον;


«Δεν παρακολουθώ γενικά κινηματογράφο εδώ και αρκετά χρόνια, όχι από έλλειψη ενδιαφέροντος αλλά χρόνου».


* Στην παράσταση «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος Δράκος», που γίνεται και σε συμπαραγωγή με την Ελληνική Θεαμάτων, παίζουν οι Αρης Μπινιάρης, Θανάσης Ζέρβας, Μαρκέλλα Γεωργαλά, Φένια Μάγιου, Αντώνης Δημητροκάλης. Συμμετέχουν οι μουσικοί Γιάννης Αβδελιώδης, Γιάννης Βενιζέλος, Μάριος Παπούλιας, Θανάσης Ζέρβας. Η μουσική και οι στίχοι είναι του Βαγγέλη Γιαννακάκη, τα σκηνικά της Εβης Χρήστου, τα κοστούμια-μάσκες της Μαρίας Πασσαλή, η χορογραφία και οι φωτισμοί του Δήμου Αβδελιώδη.

 

Η βεζυροπούλα (Μαρκέλλα Γεωργαλά), ο Μεγαλέξανδρος (Φένια Μάγιου) και ο Καραγκιόζης (Αρης Μπινιάρης) σε μια σκηνή από την παράσταση

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/01/2008