ΕΠΩΝΥΜΩΣ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
Το πρόβλημα με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού
«Είναι φυσικό στις μικρές ηλικίες ν’ αντιστοιχούν άγουρα αισθήματα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αισθήματα ή ότι καλύτερα να μην υπήρχαν.
Ιδού το κύριο πρόβλημα με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Το ανοίγει κανείς και τον χτυπάει αμέσως εκείνο το ψυχρό ρεύμα που έρχεται συνήθως από ληξιαρχικά έγγραφα. Διαπιστώνονται γεγονότα, επισημαίνονται συνέπειες. Ολα είναι σαν απόσταγμα που ο δωδεκάχρονος θα πρέπει να πιει γουλιά γουλιά για να τονώσει τη σκέψη του απέναντι στα μικρόβια, απέναντι στις ίδιες του τις συγκινήσεις.
Αλλά για ποιον πραγματικά είναι περισσότερο μπελάς οι συγκινήσεις, για τους δασκάλους ή για τα παιδιά; Προφανώς οι συγγραφείς αυτών των κειμένων μεταφέρουν τις δικές τους προκαταλήψεις πάνω στους μαθητές. Προεξοφλούν ότι αν οι τελευταίοι διαβάσουν π.χ. για μια “σφοδρή σύγκρουση” θα γίνουν πολεμόχαροι ή στην καλύτερη περίπτωση εριστικοί. Πράγμα που, ασφαλώς, καθ’ εαυτό είναι κακό. Ποιος είπε, όμως, ότι μ’ αυτόν τον τρόπο και μόνο συνδέονται τα αισθήματα με τις πράξεις; Εξίσου καλά θα μπορούσε η γραμμή να χαραχθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Να αντιληφθεί ο δωδεκάχρονος, μαθαίνοντας για μια σύγκρουση, τι σημαίνει ν’ αγωνίζεται κανείς για κάποιον σκοπό.
Ετσι το ζήτημα της αισθηματικής αγωγής των παιδιών παραμένει πάντα ανοικτό και προηγείται κάθε διδακτικής μεθόδου. Οποιος προσπαθεί να διδάξει την ανεκτικότητα προς τους άλλους αφηρημένα, σαν να πρόκειται για κάποιο αξίωμα της λογικής, μοιραία θα συναντήσει την αντίδραση της μικρής ηλικίας. Να πλησιάσουν κάποια ζωντανή μορφή θέλουν πάντα οι ασχημάτιστες συνειδήσεις. Με κάποιους να συνδεθούν, να τους συνεπάρουν και να τους αμφισβητήσουν, ενδεχομένως, κατόπιν. Κάποτε αυτό λεγόταν παρουσίαση προτύπων ή παραδειγμάτων. Σήμερα οι σύγχρονες “δομικές” αντιλήψεις το έχουν εξορίσει από τα σχολεία, από φόβο μήπως τα “πρόσωπα” εξάψουν τα πάθη. Οπότε επιλέγεται μέσα στα βιβλία η απουσία αντί της παρουσίας, τα γεγονότα αντί για τα κίνητρα, οι “συνθήκες” αντί για τις πράξεις. Μπροστά στα μάτια των παιδιών ο κόσμος εμφανίζεται ως τετελεσμένος. Οσα έγιναν, έγιναν, και στον μαθητή δεν απομένει παρά να πληροφορηθεί γι’ αυτά, κρατώντας βέβαια την ψυχραιμία του. Για φανταστείτε, λοιπόν, αυτά τα φλεγματικά παιδιά της ΣΤ’ Δημοτικού να διαβάζουν πως οι Ελληνες “απομάκρυναν” τους Ιταλούς το 1940. Από αυτού του είδους την επινοημένη ψυχραιμία δύο μόνο είναι τα δυνατά παράγωγα. Είτε θ’ ακολουθήσει η έκρηξη (και τότε τα παιδιά θα περάσουν στην αντίπερα όχθη του εθνικιστικού φανατισμού) είτε θα παραδοθούν στη γενική αθυμία. Δεν ξέρει κανείς ποια είναι η χειρότερη κατάληξη(…).







