Αρχική Απόψεις Aρθρα Αντιγόνη Καράλη: Τα δώρα των ευχών

Αντιγόνη Καράλη: Τα δώρα των ευχών

99

 ΤΑ  ΔΩΡΑ  ΤΩΝ  ΕΥΧΩΝ


Της  Αντιγόνης  Καράλη


 Πέρα από τον ορίζοντα, πιο μακριά από το σημείο  που η  θάλασσα  με  τον  ουρανό  γίνονται  ένα, υπήρχε μια πολιτεία. Με   παγωτό  φράουλα  και  τρούφες σοκολάτα, με  μουσική  και   τραγούδια, με  χαρτοπόλεμο   και  μπαλαρίνες . Όμως οι άνθρωποι  εκεί…χμ… κατσούφηδες,   σκυθρωποί, σχεδόν μαραγκιασμένοι. Σα να τους είχαν κλέψει το χαμόγελο κι έβλεπαν μόνο γκρίζο.  Στο  λεξιλόγιό  τους  δεν υπήρχαν απλές καθημερινές  εκφράσεις,   «Καληνύχτα», «Όνειρα  γλυκά», «Στην υγειά σας». Η ημέρα τους ξεκινούσε δίχως  μια  «Καλημέρα»  και  σαν  έφευγαν  από τον τόπο τους  κανείς  δεν τους ευχόταν  «Καλό ταξίδι».


Σ αυτή τη  πολιτεία ζούσε ένα μικρό αγόρι. Με  «καρφάκια»  στα μαλλιά και μια μπάλα συνεχώς  ανάμεσα   στα πόδια?  γιατί όταν μεγάλωνε θα γινόταν  ποδοσφαιριστής!  Μπορεί και μαέστρος ή… αστροναύτης  αλλά  πρώτα απ΄όλα αμυντικός. Ανήμερα  Πρωτοχρονιάς  καθώς κλωτσούσε την μπάλα του, του  έφυγε και κύλισε  μακριά. Σταμάτησε μπροστά σε ένα πηγάδι. Το αγόρι  κοντοστάθηκε. Ανέβηκε  με δυσκολία  στη  μεγάλη πέτρα  στα  ριζά  του, για  να  ρίξει  μια  ματιά.   Σκέφτηκε  για λίγο. «Μη» θα του έλεγε η μαμά του. «Αλλά αυτοί οι μεγάλοι όλο  μη και μη είναι». 


Εκείνος όμως  αισθανόταν ατρόμητος.  «Φτάνω το διακόπτη   κι  ανάβω το φως. Βάζω νερό μόνος μου από τη βρύση. Ξέρω  το μπρος και το πίσω της μπλούζας μου. Κάνω τακουνάκια  και  σώζω την εστία μου από σίγουρα  γκολ.  Κορδόνια δεν ξέρω να δένω…. Αλλά  σιγά. Υπάρχουν και   τα  χριτς  χρατς. Εκεί  θα  κολλήσουμε;».   Σίγουρος για τον εαυτό του  κοίταξε   μέσα στο σκοτεινό  στόμιο  του  πηγαδιού, σιγοτραγουδώντας.  Φωνούλες  τσιριχτές, υπόκωφες, σιγανές, φώναζαν  το όνομά του  εν  χορώ. «Μήπως είστε  καλικάτζαροι; Ξωτικά  ή  τελώνια;». Δεν  περίμενε απάντηση,  όπως συνηθίζουν οι μεγάλοι  (μιλάνε   δίχως  να   ακούνε)  και συνέχισε:   «Τα  ξέρω   όλα  για σας»   είπε   δυνατά  σαν  μεγάλος  (γιατί   οι μεγάλοι  πάντα τα ξέρουν όλα). «Θέλετε να κλέψετε τη φωνή μου».  Έτρεξε   κι  έφυγε μακριά.


……………………………………………………………………………………………………………………………………………..


Είχε περάσει  ήδη  ένας  χρόνος  από  εκείνη την ημέρα. Είχε φτάσει   και  πάλι  η  Πρωτοχρονιά.  Το περιστατικό ξεχάστηκε μαζί με πολλά άλλα. Στα αυλάκια  της   ζωής  εναλλάσσονταν  χαρές,  λύπες, γκολ  και  ήττες.   Γιατί  έτσι  γίνεται  με τη  ζωή.  Κυλάει.   Ερήμην   μας.  Αυτό   όμως  ήταν  ένα  ιδιαίτερο  πρωινό.  «Ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει  τον   κόσμο» του ψιθύρισε  η γιαγιά του μέσα  στο όνειρό του.  Δεν  το  θυμόταν   ολόκληρο  όταν  ξύπνησε– τα όνειρα τα θυμούνται μόνο οι σοφοί  κι  αυτός σοφός δεν ήταν  ακόμη – αλλά αυτό του είχε εντυπωθεί…   Μασουλώντας τις τελευταίες μπουκιές  από το τσουρέκι  του  έφτασε  -χωρίς   να  ξέρει το γιατί-  κοντά στο πηγάδι. Όλα ίδια όπως πέρυσι. Στάθηκε   στη μεγάλη πέτρα  κι  άρχισε   το  τραγούδι. Ο  αντίλαλος της  φωνής  του  έλεγε   το όνομά του.


– «Ποιος  είναι εκεί;».


 -«Οι ευχές. Ο μάγος  Ραμπαλτσέντιν  μας φυλάκισε  στο πηγάδι  για να εκδικηθεί  τους ανθρώπους. Βοήθησέ μας να  ανέβουμε στο κόσμο. Μια καινούργια μέρα θα ανατείλει».


 -«Μα είμαι  μόνος μου…».


 -«Ένας  άνθρωπος, μόνο ένας , μπορεί να αλλάξει  τον  κόσμο».


Αυτό  του θύμισε το όνειρο.  Πίστεψε. Και  άπλωσε το χέρι. Αλλά πριν από το  χέρι είχε «απλώσει» ήδη  την καρδιά του.


Ξαφνικά έγινε  ένα θαύμα. Σαν  αυτά  που  γράφουν  τα  παραμύθια.  Χιλιάδες   πολύχρωμες, ντελικάτες,  πλουμιστές,  ευχές,  έβαψαν τον ουρανό  που δεν ήταν πια γκρίζος.  Και  σήκωσαν το  αγόρι   ψηλά, στροβιλίζοντάς  το   στον  αέρα, σε  ένα  φωτεινό γαϊτανάκι.   «Να   είστε όλοι   καλά.    Ευτυχισμένος  ο καινούργιος χρόνος»  φώναζε.  Η εικόνα  του  «ιπτάμενου» παιδιού, η μελωδία από το τραγούδι  των ευχών  σήκωσαν  ολόκληρη  την   πολιτεία στο πόδι.   Σα να ξύπνησαν από λήθαργο  οι  κάτοικοί της  κι  άρχισαν  να  εύχονται  ο  ένας  στον  άλλο.  «Υγεία», «Ειρήνη», «Αγάπη», «Ευτυχία», «Πρόοδο»  αλλά  και  άλλα   πιο προσωπικά πράγματα. Και  δεν  χόρταιναν. Γιατί   είδαν  ότι  πίσω από  το γκρίζο  πάντα  κρύβεται  μια χαραμάδα  φωτός.


 Από  εκείνο  το  πρωινό  οι άνθρωποι  της πολιτείας  έμαθαν  να ελευθερώνουν  τις ευχές μέσα τους  και να δέχονται τα «δώρα» τους.  Έμαθαν  ότι  οι  ευχές  χτίζουν έναν άλλο κόσμο. Κι  αυτός  ο κόσμος ζωντανεύει. Αρκεί  να  το  πιστέψουμε. Αρκεί οι ευχές μας να είναι αληθινές. Αρκεί  το  τραγούδι  τους  να   βγαίνει  από την ψυχή  μας.


  Καλή  Χρονιά!


  Δεκέμβριος  2008

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το φύλλο αφιέρωμα της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ στις 2/1/2009 (dimokratiki.org)

Διαφήμιση