Αρχική Απόψεις Aρθρα Νίκος Χειλάς: Βερολίνο-Χίος, Στα παγκάκια του δημοτικού κήπου

Νίκος Χειλάς: Βερολίνο-Χίος, Στα παγκάκια του δημοτικού κήπου

104

Βερολίνο-Χίος
Στα παγκάκια του δημοτικού κήπου
του Νίκου Χειλά

 


Με τη Χίο δεν με συνδέουν πολλά πράγματα. Εκτός ίσως από το ότι οι γονείς μου κατάγονται από εκεί, από την Παρπαριά, που υπάγεται σήμερα στο δήμο Αμανής. Ή, το ότι στην παιδική μου ηλικία πέρασα πολλά καλοκαίρια στο χωριό και στην Αγία Μαρκέλα, όπου μας πήγαινε η μητέρα μου μαζί με την αδελφή μου Αθηνά και τον αδελφό μου Γιώργο. Ή, το ότι είμαι κληρονόμος 14 χωραφιών, χωρίς να ξέρω ακριβώς που είναι. Ή, το ότι – κατά τη διαδρομή από τη Χώρα – όταν ατενίζω την Παρπαριά από τη Σιδερούντα, κάτι ανασκιρτά μέσα μου.  Ή, το ότι κάθε χρόνο που δεν την επισκέπτομαι, τον θεωρώ χαμένο χρόνο. Και ότι οι χαμένοι χρόνοι είναι ενδιάμεσα σχεδόν δεκαπλάσιοι από τους κερδισμένους.

Στην Ελλάδα, το πρώτο πράγμα που ρωτούν πολλοί όταν σε πρωτογνωρίζουν, είναι από που είσαι. Αυτός είναι ο κώδικας της επαρχιακής ζωής. Η προσωπικότητα σφραγίζεται από την εντοπιότητα. Εγώ όμως είμαι παιδί της πόλης – γεννήθηκα στην Κοκκινιά, δίπλα στον Πειραιά. Και ο αστικός κώδικας έχει άλλες ιδιότητες: επάγγελμα, ενδιαφέροντα, πολιτική κατεύθυνση. Όταν λοιπόν με ρωτά κάποιος, από που είμαι, τότε διστάζω να απαντήσω. Τελικά όμως του λέω: «Από την Κοκκινιά». Και μόνο όταν διακρίνω κάποια απογοήτευση στα μάτια του – γι αυτόν, η πόλη δεν είναι  ισάξια με την επαρχία – τότε σπεύδω να συμπληρώσω: «Όμως οι γονείς μου είναι από τη Χίο». «Α, δηλαδή Χιώτης» είναι η αντίδραση, κι εγώ δεν προβάλω αντίρρηση.


Η εντοπιότητα έχει στην Παρπαριά απόλυτο χαρακτήρα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τον τρόπο που μιλούσε η μητέρα μου για τους γάμους χωριανών με ξένους. Ξένοι ήταν οι πάντες – αλλοδαποί, Αθηναίοι, Τρυπούσοι, ήτοι οι κάτοικοι του χωριού Τρύπες, που απέχει μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από την Παρπαριά. Αυτό συνεχίστηκε και στην τελευταία φάση τη ζωής της, όταν πήγε να μείνει στην αδελφή μου, στην Αμερική, στο Λονγκ Άιλαντ. Όταν κάποτε, σε μια επίσκεψή της στην Αθήνα, μου είπε ότι η τάδε συγχωριανή πήρε έναν «ξένο» εγώ υπέθεσα, δεν ξέρω γιατί, ότι θα είναι Κουβανός, Πορτορικανός, ή έστω βέρος Αμερικάνος. Λάθος υπόθεση: ο ξένος αποδείχθηκε Πυραμούσης, μετανάστης από την Πυραμά, που απέχει πέντε χιλιόμετρα από το χωριό μας.


Η Αγία Μαρκέλα: Δυνατές αναμνήσεις. Σε αυτές ανήκουν η καλωσύνη των ανθρώπων («γλυκιά» χιώτικη καλωσύνη, καταστάλλαγμα αιώνων) η μυρωδιά των λυγαριών, το ηλιοβασίλεμα, τα σύκα που έφερνε τα χαράματα η μητέρα μου βρεγμένα με αγιάζι, και οι πεταλίδες που εβγαζα τα πρωινά στην όχθη προς το Αγίασμα. Στα βράχια, ακόμα και όταν είχε ελαφρά τρικυμία. Τα κύματα, θυμάμαι, έφερναν συχνά τα πάνω κάτω. Όχι περίεργο έτσι, ότι ενίοτε έβλεπα τον ήλιο να ανατέλλει από τη Δύση – έτσι μου φαινόταν τουλάχιστον. Αν αυτό είναι απόδειξη, ότι ο Όμηρος, που ως γνωστόν περιγράφει παρόμοια φαινόμενα, είναι Χιώτης, δεν ξέρω. Εγώ, πάντως, έχασα έτσι την αίσθηση του προσανατολισμού. Γι αυτό και από τότεπηγαίνω πάντα προς την αντίθετη κατεύθυνση, από εκείνη που υπαγορεύει το αισθητήριό μου. Έτσι βρίσκω ευκολότερα το σωστό δρόμο.


Αν είναι υπερήφανος που είναι Γερμανός, ρώτησαν κάποτε τον ηγέτη των Πράσινων και πρώην υπουργό εξωτερικών της Γερμανίας Γιόσκα Φίσερ. «Εξαρτάται» ήταν η απάντησή του. «Αν πρόκειται για το Γκαίτε, ή τον Άινσταϊν, είμαι. Αν πρόκειται όμως για τον Χίτλερ,  ντρέπομαι γι αυτό». Κάπως έτσι είναι και η δική μου στάση για τη Χίο. Ξέρω τους Χιώτες σαν φιλεύσπλαχνους ανθρώπους, που δίνουν ψωμί στους πεινασμένους και νερό στους κορατζιασμένους. Ο πολιτισμός τους, που συμπεριλαμβάνει και τους λουκουμάδες, με κάνει να καμαρώνω γι αυτούς. Όχι όμως ο κάτοχος του περιπτέρου στην κεντρική πλατεία της Χώρας μπροστά στο δημοτικό πάρκο. Τέτοιο μίσος εναντίον των ξένων, που περιμένουν εκεί για να βρουν μεροκάματο, δεν το έχω ξαναδεί. Αυτά είναι ντροπής πράγματα. Τρία άλλα χαρακτηριστικά παραδείγματα.


Το πρώτο αφορά το δρόμο που οδηγεί από την παραλία της Αγίας Μαρκέλας στο Αγίασμα, μήκους 800 περίπου μέτρων. Παλιά επρόκειτο για πανέμορφο βραχώδες μονοπάτι, δύσβατο για τους ηλικιωμένους, όχι όμως απρόσβατο. Αργότερα, έγιναν μερικές «διορθωτικές παρεμβάσεις» με πέτρες και τσιμέντο, που δεν αλλοίωσαν όμως τη μορφή του. Τον Οκτώβριο του 2007, οι εκσκαφείς και οι τσιμεντομηχανές ισοπέδωσαν τα πάντα. Το υλικό για την επίστρωση του νέου δρόμου, πλάτους έως δυο μέτρων, προήλθε από τα βότσαλα της παραλίας. Έτσι καταστράφηκε ένας «άγριος» παράδεισος στο όνομα του θρησκευτικού τουρισμού.  Αμαρτία στο Θεό, και ενάντια στο νόμο. Τα τηλεφωνήματά μου στη νομαρχία δεν απέδωσαν τίποτα. Έφυγα με την προαίσθηση, ότι κατά την επόμενη επίσκεψή μου θα αντικρίσω έναν ασφαλτοστρωμένο αμαξωτό για πούλμαν. 


Το δεύτερο παράδειγμα αφορά το βομβαρδισμό των δυο εκκλησιών με φωτοβολίδες τη νύχτα του Πάσχα στο Βροντάδο. Το επιχείρημα των βομβαρδιστών περί αναβίωσης της παράδοσης είναι για γέλια – τέτοια βαρβαρική παράδοση, αν υπήρξε ποτέ, να μας λείπει. Οι διοργανωτές αποβλέπουν, όπως λένε οι ίδιοι, στην τουριστική εκμετάλλευση του γεγονότος. Η εκκλησία όμως θα έπρεπε να ντρέπεται γι αυτό. Κι αν έχει ακόμη κάποιο ίχνος αυτογνωσίας και αξιοπρέπειας, θα έπρεπε να απαγορεύσει το «βομβαρδισμό» πάραυτα. Ξεπούλημα ηθικών αξιών, που θυμίζει Βατοπέδι. «Ανάθεμά της» που θα έλεγαν και οι Παρπαρούσοι.


Το τρίτο και «φαρμακερό» παράδειγμα αφορά το ξωκλήσι της Ευαγγελίστριας, κάπου 400 μέτρα έξω από την Παρπαριά, προς την κατεύθυνση της Παούσαινας. Το κτήριο, καταχωνιασμένο στην πλαγιά ενός φαραγγιού, είναι ακριβώς κάτω από την Απέσω Βρύση. Για μένα, το κτίσμα αυτό ήταν η ψυχή του χωριού, σύμβολο μιας αρχέτυπης ομορφιάς και ιεροσύνης. Έως ότου, πριν από είκοσι περίπου χρόνια, οι «μπρούκληδες» της Αμερικής, ήτοι οι εύποροι Παρπαρούσηδες, είχαν τη φαεινή ιδέα να κάνουν ένα ακριβό δώρο στο χωριό τους: Μια νέα, δέκα φορές μεγαλύτερη «Ευαγγελίστρια», στηριγμένη σε πιλωτές και κτισμένη ακριβώς πάνω από την παλιά. Ανοσιούργημα, ευλογημένο από τον επίσκοπο, τους παπάδες, τη νομαρχία και τους εκπροσώπους όλων των κομμάτων. Από έμβλημα, η Ευαγγελίστρια κατάντησε έτσι το εξάμβλωμα του χωριού. Τις νύχτες, λένε, όσοι περνούν από εκεί (και έχουν ανοικτά αυτιά) ακούνε τους θρήνους και τις οιμωγές της «γνήσιας» οικοδέσποινας, που είναι θαμμένη ζωντανή κάτω από το νέο κτίριο.


Τα καλοκαίρια, ως γνωστόν, το πλοίο από τον Πειραιά πιάνει στη Χίο γύρω στις 3 με 4 το πρωί. Για να αποφύγω το ξενοδοχείο πηγαίνω, όποτε πάω για διακοπές, στο δημοτικό κήπο και πλαγιάζω για ύπνο σε ένα παγκάκι – ανάμεσα στις προτομές των μεγάλων πνευμάτων του νησιού: Θεοτοκά, Ψυχάρη, Σουρρή και βάλε. Τα κείμενά τους δεν με βοηθάνε βέβαια ως υπνωτικό, επειδή δεν τα ξέρω, αλλά και μόνο η όψη τους φτάνει, για να πέσω σε λήθαργο. Στο όνειρό μου επανέρχονται πάντα οι στίχοι του Φώτη Αγγουλέ: «Κάρμα μπουνάτσα με καθρέφτη/ μοιάζει ο γιαλός που εγαληνεύθη/ κρίμα που δεν μπορεί να γίνει/ και στη ψυχή μου έτσι γαλήνη». Η δική μου γαλήνη σπάει κατά τις έξη, με τα πρώτα τσιμπήματα των μυγών – των παχιών χιώτικων μυγών. Τότε ξυπνάω αμέσως. Έχοντας την αίσθηση, ότι βλέπω μπροστά μου κάβο, γη. Το μέρος, όπως λέει ο φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ, «που εμφανίζεται στην παιδική ηλικία όλων, χωρίς να έχει πατήσει ποτέ κανείς σε αυτό – πατρίδα».

Ο Νίκος Χειλάς είναι ανταποκριτής της ΕΡΤ στη Γερμανία

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από ειδικό φύλλο εφημερίδας ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, 2/1/2009 (dimokratiki.org)

Διαφήμιση