Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννης Μακριδάκης: Συνένωσις αλλοφύλων (από το conteiner της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ)

Γιάννης Μακριδάκης: Συνένωσις αλλοφύλων (από το conteiner της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ)

21

 Συνένωσις αλλοφύλων
 
Από το πρωί σήμερα σκεφτόμουνα τον Καλλικράτη.
Όχι τον σπουδαίο αρχιτέκτονα της αρχαιότητας αλλά τον άλλον, τον σύγχρονο, εκείνον που οσονούπω θα επέμβει στη ζωή μας ως από μηχανής θεός, θα καταργήσει τις Νομαρχίες, θα ελαττώσει στο εν τρίτο τους Δήμους, θα μας ενώσει και θα μας κάνει όλους μαζί, μ’ ένα σώμα και μια ψυχή, Πολίτες ολιγάριθμων διοικητικών Περιφερειών.
Δεν ξέρω γιατί ξύπνησα με τη σκέψη του. Μάλλον με επηρέασε περισσότερο απ’ ότι φαντάζομαι εκείνο το κυριακάτικο υπουργικό συμβούλιο για την αναδιάρθρωση του διοικητικού χάρτη της χώρας.
Ζω σε ένα νησάκι που αν και είναι από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας, δεν είναι τίποτε άλλο από μια κουκίδα στον παγκόσμιο χάρτη. Κι όμως αυτό το κομματάκι γης που είναι χιλιάδες χρόνια φουνταρισμένο στο ίδιο σημείο του Αιγαίου πελάγους είχε πάνω του μέχρι πριν από μία δεκαπενταετία περί τις εξήντα (60) αυτοδιοικούμενες ανθρώπινες κοινότητες (!) και σήμερα, μετά από δύο Καποδίστριες, αποτελεί ακόμη Νομαρχία με εννιά (9) Δήμους (!).
Θυμήθηκα τους φοβερούς καβγάδες -για το πάπλωμα- σαν ήτανε να γίνει εκείνη η πρώτη συνένωση, τότε που ενεργοποιηθήκανε εν μία νυκτί τα ατίθασα τοπικιστικά ένστικτα διαφόρων χωρικών, οι οποίοι δε θέλανε με κανένα τρόπο να υπαχθεί το χωριό τους στο γειτονικό, διότι το χωριό τους ήτανε από αμνημονεύτων χρόνων το κέντρο του κόσμου και δε μπορεί να το αγνοεί αυτό η κυβέρνηση, βγήκανε στους δρόμους και φωνάζανε, σκίζανε τα εκλογικά βιβλιάρια και κάνανε αποχή, μόνο «Καποδίστρια παραιτήσου!» που δε γράψανε στους τοίχους.
Με τα πολλά, ύστερα από εκατόν εξήντα (160) και πλέον χρόνια ζωής, το ελληνικό κράτος κατάφερε τότε να συνενώσει για πρώτη φορά τις διάσπαρτες κοινότητες των κατοίκων του και να ωθήσει τους γείτονες να δουν – όσο μπορούσαν βέβαια αφού κάποτε τους φάνταζε αδιανόητο- το μέλλον τους με κοινό μάτι. Από τότε ως σήμερα, που βρίσκεται προ της θύρας μας ο Καλλικράτης με την ακόμα πιο ρεαλιστική διοικητική του πρόταση, έχει περάσει και πάλι ανεπίτρεπτα πολύς χρόνος.
Κι ενώ σκεφτόμουνα αυτά και περπατούσα αφηρημένος ακούω κάποιον να με φωνάζει μέσα από ένα καφενείο. Γυρνάω και βλέπω τον Σωτήρη τον Αυστραλό, άρτι αφιχθέντα εκ της μακρινής ηπείρου να πίνει τον καφέ του μαζί με τον Μήτσο. Ο Σωτήρης έχει καταγωγή από ένα μικρό χωριό της βόρειας Χίου που λέγεται Εγρηγόρος, το οποίο συνορεύει με τα Κουρούνια, που είναι το χωριό του Μήτσου κι αυτή η γειτονία – όπως συμβαίνει σε όλη σχεδόν την ελληνική επικράτεια- σήμαινε ανέκαθεν προβλήματα που πολλές φορές κάνανε την ατμόσφαιρα να μυρίζει μπαρούτι.
Καθότανε λοιπόν οι δυο κοντοχωριανοί και πίνανε μαζί τον πρωινό καφέ τους, κάθισα κι εγώ κοντά τους. Δεν άργησε η κουβέντα να γυρίσει το χρόνο πίσω. Τις Κυριακές, έλεγε ο ένας, μετά την εκκλησιά όλη η πιτσιρικαρία του χωριού πηγαίναμε εκδρομή. Παίρναμε τα ζα και τα βγάζαμε στο βουνό, τα αφήναμε σ’ ένα χωράφι να βοσκήσουνε για να μην τρώνε την ταγή που είχαμε μαζεμένη μέσα στο κατώι, κι εμείς παίζαμε ώσπου να κουραστούμε. Μα το ίδιο κάνανε κι οι άλλοι από κει, έδειξε κατά τον Σωτήρη κι εκείνος γελούσε και κουνούσε το κεφάλι του αναπολώντας. Μόλις λοιπόν βγαίναμε απάνω στο πλάτωμα, βλέπαμε από την άλλη μπάντα τους άλλους ν’ ανεβαίνουνε.

Τότε ο πρώτος που τους έβλεπε φώναζε «Γρηγοριανοί!!!», αυτομάτως αφήναμε τα καπίστρια, να φύγουνε τα ζα και πιάναμε όλοι μαζί τις πέτρες. Πώς αλλιώς βέβαια θα αντιδρούσανε τα ατίθασα αγόρια όταν ολημερίς βλέπανε και ακούγανε τους μεγάλους να βρίζονται και να σκοτώνονται μεταξύ τους;

Κι εμείς μόλις τους βλέπαμε φωνάζαμε «Κουρουνιώτες!!!», συμπλήρωσε ο Σωτήρης κι αρχίζαμε το ίδιο βιολί. Ώρες βαστούσε ο πόλεμος, πώς δε σκοτώθηκε κανένας τότε, λέγανε κι οι δυο κι είχανε στα μάτια τους ένα δέος, σαν παιδιά. Ένα βράδυ, σαν τελείωσε ο πόλεμος και γύρισα στο σπίτι, θυμήθηκε ο Σωτήρης, μου ’δωσε ο πατέρας μου τα παπούτσια του που είχανε τρυπήσει, να τα πάω στον τσαγκάρη τον Ζήκο για να τα μερεμετίσει. Μα ο Ζήκος ήτανε στο διπλανό χωριό και ο μικρός ύστερα από τόσο ημερήσιο άχτι φοβότανε μες τη νύχτα να μπει σε εχθρικό έδαφος, στο χωριό των αλλοφύλων και φυλαγότανε πίσω από τα καντούνια, μετά φόβου Θεού πήγαινε τα παπούτσια στο τσαγκάρικο.
Τα παιδιά αυτά όμως, τώρα που ωριμάσανε κι έχουνε πλέον μισόν αιώνα ζωής στην πλάτη, είναι συνέταιροι σε μια πολυμετοχική οινοποιητική εταιρία, που εδώ και μερικά χρόνια ενώνει υπό το όραμά της την πλειονότητα όλων των πρώην εχθρών της περιοχής, οι οποίοι από κοινού την δημιούργησαν.
Όταν λοιπόν αφήσανε το παρελθόν κι αρχίσανε να συζητάνε τα της εταιρίας τους, σηκώθηκα και έφυγα από το καφενείο έχοντας την ελπίδα πως και η Ελλάδα όπου να ’ναι θα ωριμάσει αφού κι αυτή αναπόφευκτα μεγαλώνει μαζί τους…

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΘΕΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ CONTEINER ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 1/2/2010

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροEπιστολή αναγνώστη για τις μαθητικές εκδρομές: Αποφασίζομεν και διατάσομεν
Επόμενο άρθροΗ Παπανικολάου στη 2η ΥΠΕ