Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την έκθεσή της για τις παγκόσμιες αγορές των παράνομων ναρκωτικών από το 1998. Η έκθεση αναφέρει ότι, την τελευταία δεκαετία, αναπτύχθηκαν σε όλο τον κόσμο πολιτικές καταπολέμησης των ναρκωτικών, ιδίως σε εθνικό επίπεδο, καθώς εντάθηκαν οι προσπάθειες για να βοηθηθούν οι χρήστες ναρκωτικών και ελήφθησαν αυστηρότερα μέτρα κατά των εμπόρων. Ποιο είναι όμως το συγκεκριμένο αποτέλεσμα όλων αυτών των προσπαθειών;
Η μελέτη στην οποία βασίζεται η έκθεση δεν απέδειξε ότι το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών περιορίστηκε στη διάρκεια της περιόδου από το 1998 έως το 2007. Σε γενικές γραμμές, η κατάσταση βελτιώθηκε ελαφρώς σε ορισμένες από τις πλουσιότερες χώρες, ενώ σε άλλες επιδεινώθηκε και σε ορισμένες από αυτές σημειώθηκε έντονη και σημαντική επιδείνωση, ιδίως σε ορισμένες μεγάλες αναπτυσσόμενες χώρες ή σε χώρες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο.
Αν το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών φαίνεται να μην εξελίχθηκε από το 1998, η κατάσταση, ωστόσο, έγινε πιο πολύπλοκη: οι τιμές για τα ναρκωτικά στις περισσότερες δυτικές χώρες έχουν σημειώσει πτώση από το 1998 κατά 10% έως 30%, παρά τις αυστηρότερες ποινές που επιβάλλονται στους εμπόρους, π.χ. κοκαΐνης και ηρωίνης. Παράλληλα, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι είναι πιο δύσκολο να προμηθευτεί κάποιος ναρκωτικά. Η χρήση της κάνναβης είναι «συνήθης» στη ζωή των νέων ανθρώπων σε πολλές δυτικές χώρες και μέχρι το 50% όσων γεννήθηκαν μετά το 1980 την έχουν τουλάχιστον δοκιμάσει. Η πλειοψηφία όμως αυτών των νέων δεν συνεχίζουν να την χρησιμοποιούν μετά τα πρώτα χρόνια ενηλικίωσής τους. Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι ειδικές πολιτικές κατά της παραγωγής ναρκωτικών μπορούν να επηρεάσουν τις περιοχές όπου παράγονται τα ναρκωτικά. Για παράδειγμα, κατά την τελευταία δεκαετία, ένα μέρος της παραγωγής κοκαΐνης μεταφέρθηκε από το Περού και τη Βολιβία στην Κολομβία. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι έλεγχοι μπορούν να μειώσουν τη συνολική παγκόσμια παραγωγή.
Η δημοσίευση της έκθεσης συμπίπτει με την υψηλού επιπέδου συνάντηση που πραγματοποιείται στη Βιέννη αυτή την εβδομάδα στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα ναρκωτικά. Υπουργοί από όλο τον κόσμο θα ολοκληρώσουν μια περίοδο προβληματισμού σχετικά με την αξιολόγηση της εφαρμογής της πολιτικής δήλωσης για το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών που εγκρίθηκε από την 20ή σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά (UNGASS) το 1998 (δήλωση που είχε στόχο να περιορίσει σημαντικά το παγκόσμιο πρόβλημα των παράνομων ναρκωτικών έως το 2008 μέσω της διεθνούς συνεργασίας και της λήψης μέτρων στον τομέα της προμήθειας και της μείωσης της ζήτησης ναρκωτικών). Κατά την τρέχουσα εβδομάδα, προγραμματίζεται νέα πολιτική δήλωση για την περίοδο 2009-2019 βάσει αυτής της αξιολόγησης.
Η μελέτη επεδίωκε – μεταξύ άλλων – να παράσχει ρεαλιστικές εκτιμήσεις για το συνολικό μέγεθος της αγοράς των παράνομων ναρκωτικών από την άποψη των ετήσιων εσόδων. Το αποτέλεσμα δείχνει ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνουν συνολικές εκτιμήσεις, κυρίως λόγω έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων για την παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπόριο ναρκωτικών στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Παρόλα αυτά, η μελέτη έκανε ορισμένες εκτιμήσεις, για παράδειγμα, για τις αγορές της κάνναβης, της κοκαΐνης και της ηρωίνης για τη Δυτική Ευρώπη, τις Η.Π.Α και την Ωκεανία. Για την κάνναβη, το συνολικό εισόδημα σε αυτές τις τρεις περιοχές ανέρχεται περίπου σε 70 δισεκατ. ευρώ (2005), το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ της εκτίμησης του UNODC (γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον έλεγχο των ναρκωτικών και την πρόληψη του εγκλήματος), ύψους 125 δισεκατ. ευρώ περίπου.
Σημαντική διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι οι πολιτικές μείωσης των επιβλαβών συνεπειών, οι οποίες προκαλούν ακόμη αντιδράσεις, κερδίζουν έδαφος σε όλο και περισσότερες χώρες οι οποίες τις θεωρούν ως έναν αποτελεσματικό τρόπο μείωσης των ασθενειών, της κοινωνικής αναταραχής και της θνησιμότητας που σχετίζονται με τα ναρκωτικά.
Στην έκθεση γίνεται επίσης μία επισκόπηση των βασικών οικονομικών στοιχείων της παγκόσμιας αγοράς παράνομων ναρκωτικών, με εκτιμήσεις του κόστους παραγωγής και της προστιθέμενης αξίας για όλη την αλυσίδα διακίνησης, από την αρχική παραγωγή έως την τελική λιανική πώληση. Αναλύεται η κατανομή των εσόδων μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται στο εμπόριο ναρκωτικών και αποκαλύπτεται μία απροσδόκητα «τετριμμένη» εικόνα, σύμφωνα με την οποία φαίνεται ότι μόνον μία σχετικά μικρή μειονότητα κερδίζει σημαντικά χρηματικά ποσά.
Τέλος, μία από τις βασικές διαπιστώσεις της μελέτης είναι η αδυναμία του διεθνούς συστήματος να συγκεντρώνει δεδομένα και πληροφορίες για το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών. Ενώ η ΕΕ έχει επενδύσει μεγάλα χρηματικά ποσά για την περαιτέρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της για την παρακολούθηση των ναρκωτικών μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (EMCDDA), φαίνεται ότι δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι αυτοί οι μηχανισμοί πληροφόρησης είναι εφαρμόσιμοι σε παγκόσμια κλίμακα, γεγονός που καθιστά τις εκτιμήσεις, όσον αφορά πολλές διαστάσεις του παγκόσμιου φαινομένου των ναρκωτικών, ένα ιδιαίτερα επισφαλές εγχείρημα.
Ο Αντιπρόεδρος Jacques Barrot, Επίτροπος αρμόδιος για τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ασφάλεια, δήλωσε: «Σύμφωνα με τα πορίσματα, η πολιτική δήλωση που πρόκειται να εγκριθεί στη Βιέννη την τρέχουσα εβδομάδα δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνει απλώς τους στόχους που θέσαμε 10 χρόνια πριν, αλλά να απομακρυνθεί από την πολιτική ρητορεία και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υιοθετώντας μια προσέγγιση που να βασίζεται στις αποδείξεις και να μας επιτρέπει να αντλούμε διδάγματα από την προηγούμενη πείρα μας».
Μπορείτε να συμβουλευθείτε την έκθεση στον ακόλουθο δικτυακό τόπο (στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά):
http://ec.europa.eu/justice_home/doc_centre/drugs/doc_drugs_intro_en.htm
Η μελέτη στην οποία βασίζεται η έκθεση δεν απέδειξε ότι το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών περιορίστηκε στη διάρκεια της περιόδου από το 1998 έως το 2007. Σε γενικές γραμμές, η κατάσταση βελτιώθηκε ελαφρώς σε ορισμένες από τις πλουσιότερες χώρες, ενώ σε άλλες επιδεινώθηκε και σε ορισμένες από αυτές σημειώθηκε έντονη και σημαντική επιδείνωση, ιδίως σε ορισμένες μεγάλες αναπτυσσόμενες χώρες ή σε χώρες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο.
Αν το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών φαίνεται να μην εξελίχθηκε από το 1998, η κατάσταση, ωστόσο, έγινε πιο πολύπλοκη: οι τιμές για τα ναρκωτικά στις περισσότερες δυτικές χώρες έχουν σημειώσει πτώση από το 1998 κατά 10% έως 30%, παρά τις αυστηρότερες ποινές που επιβάλλονται στους εμπόρους, π.χ. κοκαΐνης και ηρωίνης. Παράλληλα, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι είναι πιο δύσκολο να προμηθευτεί κάποιος ναρκωτικά. Η χρήση της κάνναβης είναι «συνήθης» στη ζωή των νέων ανθρώπων σε πολλές δυτικές χώρες και μέχρι το 50% όσων γεννήθηκαν μετά το 1980 την έχουν τουλάχιστον δοκιμάσει. Η πλειοψηφία όμως αυτών των νέων δεν συνεχίζουν να την χρησιμοποιούν μετά τα πρώτα χρόνια ενηλικίωσής τους. Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι ειδικές πολιτικές κατά της παραγωγής ναρκωτικών μπορούν να επηρεάσουν τις περιοχές όπου παράγονται τα ναρκωτικά. Για παράδειγμα, κατά την τελευταία δεκαετία, ένα μέρος της παραγωγής κοκαΐνης μεταφέρθηκε από το Περού και τη Βολιβία στην Κολομβία. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι έλεγχοι μπορούν να μειώσουν τη συνολική παγκόσμια παραγωγή.
Η δημοσίευση της έκθεσης συμπίπτει με την υψηλού επιπέδου συνάντηση που πραγματοποιείται στη Βιέννη αυτή την εβδομάδα στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα ναρκωτικά. Υπουργοί από όλο τον κόσμο θα ολοκληρώσουν μια περίοδο προβληματισμού σχετικά με την αξιολόγηση της εφαρμογής της πολιτικής δήλωσης για το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών που εγκρίθηκε από την 20ή σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά (UNGASS) το 1998 (δήλωση που είχε στόχο να περιορίσει σημαντικά το παγκόσμιο πρόβλημα των παράνομων ναρκωτικών έως το 2008 μέσω της διεθνούς συνεργασίας και της λήψης μέτρων στον τομέα της προμήθειας και της μείωσης της ζήτησης ναρκωτικών). Κατά την τρέχουσα εβδομάδα, προγραμματίζεται νέα πολιτική δήλωση για την περίοδο 2009-2019 βάσει αυτής της αξιολόγησης.
Η μελέτη επεδίωκε – μεταξύ άλλων – να παράσχει ρεαλιστικές εκτιμήσεις για το συνολικό μέγεθος της αγοράς των παράνομων ναρκωτικών από την άποψη των ετήσιων εσόδων. Το αποτέλεσμα δείχνει ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνουν συνολικές εκτιμήσεις, κυρίως λόγω έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων για την παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπόριο ναρκωτικών στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Παρόλα αυτά, η μελέτη έκανε ορισμένες εκτιμήσεις, για παράδειγμα, για τις αγορές της κάνναβης, της κοκαΐνης και της ηρωίνης για τη Δυτική Ευρώπη, τις Η.Π.Α και την Ωκεανία. Για την κάνναβη, το συνολικό εισόδημα σε αυτές τις τρεις περιοχές ανέρχεται περίπου σε 70 δισεκατ. ευρώ (2005), το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ της εκτίμησης του UNODC (γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον έλεγχο των ναρκωτικών και την πρόληψη του εγκλήματος), ύψους 125 δισεκατ. ευρώ περίπου.
Σημαντική διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι οι πολιτικές μείωσης των επιβλαβών συνεπειών, οι οποίες προκαλούν ακόμη αντιδράσεις, κερδίζουν έδαφος σε όλο και περισσότερες χώρες οι οποίες τις θεωρούν ως έναν αποτελεσματικό τρόπο μείωσης των ασθενειών, της κοινωνικής αναταραχής και της θνησιμότητας που σχετίζονται με τα ναρκωτικά.
Στην έκθεση γίνεται επίσης μία επισκόπηση των βασικών οικονομικών στοιχείων της παγκόσμιας αγοράς παράνομων ναρκωτικών, με εκτιμήσεις του κόστους παραγωγής και της προστιθέμενης αξίας για όλη την αλυσίδα διακίνησης, από την αρχική παραγωγή έως την τελική λιανική πώληση. Αναλύεται η κατανομή των εσόδων μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται στο εμπόριο ναρκωτικών και αποκαλύπτεται μία απροσδόκητα «τετριμμένη» εικόνα, σύμφωνα με την οποία φαίνεται ότι μόνον μία σχετικά μικρή μειονότητα κερδίζει σημαντικά χρηματικά ποσά.
Τέλος, μία από τις βασικές διαπιστώσεις της μελέτης είναι η αδυναμία του διεθνούς συστήματος να συγκεντρώνει δεδομένα και πληροφορίες για το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών. Ενώ η ΕΕ έχει επενδύσει μεγάλα χρηματικά ποσά για την περαιτέρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της για την παρακολούθηση των ναρκωτικών μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (EMCDDA), φαίνεται ότι δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι αυτοί οι μηχανισμοί πληροφόρησης είναι εφαρμόσιμοι σε παγκόσμια κλίμακα, γεγονός που καθιστά τις εκτιμήσεις, όσον αφορά πολλές διαστάσεις του παγκόσμιου φαινομένου των ναρκωτικών, ένα ιδιαίτερα επισφαλές εγχείρημα.
Ο Αντιπρόεδρος Jacques Barrot, Επίτροπος αρμόδιος για τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ασφάλεια, δήλωσε: «Σύμφωνα με τα πορίσματα, η πολιτική δήλωση που πρόκειται να εγκριθεί στη Βιέννη την τρέχουσα εβδομάδα δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνει απλώς τους στόχους που θέσαμε 10 χρόνια πριν, αλλά να απομακρυνθεί από την πολιτική ρητορεία και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υιοθετώντας μια προσέγγιση που να βασίζεται στις αποδείξεις και να μας επιτρέπει να αντλούμε διδάγματα από την προηγούμενη πείρα μας».
Μπορείτε να συμβουλευθείτε την έκθεση στον ακόλουθο δικτυακό τόπο (στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά):
http://ec.europa.eu/justice_home/doc_centre/drugs/doc_drugs_intro_en.htm
Διαφήμιση







